ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η τρομοκρατία στην Τουρκία, Κούρδοι και ISIS

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Ο κ. Ιαν Λέσερ εκφράζει την «ελπίδα ότι θα επιτευχθεί συμφωνία στο Κυπριακό», εξέλιξη που θεωρεί ότι θα αλλάξει το σκηνικό στην περιοχή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Oι συνεχείς τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον της Τουρκίας δημιουργούν ένα περίπλοκο σκηνικό που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα, επισημαίνει στην «Κ» ο εκτελεστικός διευθυντής του ιδρύματος German Marshall Fund για την Ευρώπη, Ιαν Λέσερ.

«Η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ πραγματικούς τρομοκρατικούς κινδύνους, που οφείλονται ώς ένα βαθμό σε ένα χάσμα που υπάρχει στην τουρκική κοινωνία, όπως επίσης και στην εναλλαγή των γενεών στο βίαιο τμήμα του κουρδικού κινήματος. Αυτές οι εξελίξεις θα είναι δύσκολο να χειραγωγηθούν και να τεθούν υπό έλεγχο χωρίς μια ευρύτερη πολιτική διευθέτηση, και ίσως ούτε και τότε να μην είναι αυτό δυνατό», σημειώνει ο έγκυρος Αμερικανός αναλυτής και προσθέτει: «Παράλληλα, η εκτεταμένη χρήση του τουρκικού εδάφους ως περάσματος για τους ξένους μαχητές που ταξιδεύουν στη Συρία έχει τροφοδοτήσει μια άλλη δεξαμενή εξτρεμισμού. Υπάρχουν πολλά τμήματα της κοινωνίας με παράπονα εναντίον του τουρκικού κράτους και της κυβέρνησης του AKP, και αυτό συμβάλλει στην επιδείνωση του κλίματος ανασφάλειας στη χώρα».

Σε αυτό το δύσκολο περιφερειακό περιβάλλον, και παρά τη βαθιά οικονομική κρίση της τελευταίας επταετίας, η Ελλάδα παραμένει πυλώνας σταθερότητας, σημειώνει ο κ. Λέσερ, και υπογραμμίζει πως είναι η χώρα που επιθυμεί περισσότερο από κάθε άλλη την ομαλή πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Παράλληλα, χαρακτηρίζει «ανησυχητική» την αναθεωρητική προσέγγιση του Ταγίπ Ερντογάν σχετικά με τη Συνθήκη της Λωζάννης, αν και εκτιμά ότι χώρες και αναλυτές ίσως «διαβάζουν περισσότερα από αυτά που πραγματικά εννοεί» ο Τούρκος πρόεδρος, ενώ μιλάει για τους μεγάλους τρομοκρατικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα.

Σε ό,τι αφορά την πολιτική του νέου Αμερικανού προέδρου στην Ανατολική Μεσόγειο, σημειώνει ότι λόγω της ιδιαίτερης έμφασης που δίνει στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει την παραδοσιακή εμπλοκή των ΗΠΑ στην περιοχή.

«Λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον των τελευταίων ετών, η Ελλάδα είναι πιο σταθερή από ό,τι πολλοί είχαν υποθέσει. Η κοινωνία έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτική, ενώ η πολιτική, αν και τεταμένη και ταραχώδης, εξακολουθεί να λειτουργεί με έναν σχετικά λογικό τρόπο», σημειώνει ο έμπειρος Αμερικανός αναλυτής.

Με δεδομένη την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή της, η Ελλάδα καλείται να διαδραματίσει έναν ουσιαστικό σταθεροποιητικό ρόλο, σημειώνει, και προσθέτει: «Δεν θα είναι εύκολο, αλλά ίσως να μην μπορεί να κάνει αλλιώς. Η Ελλάδα θα θέλει να δράσει με τρόπο που να αντισταθμίζει την επιδείνωση της περιφερειακής ασφάλειας. Θα ήθελε, επίσης, να επωφεληθεί από πιθανές ευνοϊκές εξελίξεις, όπως θα ήταν μια λύση του Κυπριακού». Αν και στην πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ του προέδρου Αναστασιάδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί έχουν καταγραφεί συγκλίσεις, παραμένουν και σοβαρές αποκλίσεις. Ο κ. Λέσερ εκφράζει την «ελπίδα ότι θα επιτευχθεί συμφωνία», εξέλιξη που θεωρεί ότι θα αλλάξει το γεωπολιτικό σκηνικό στην περιοχή.

Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σημειώνει πως «η Ελλάδα είναι αναμφισβήτητα η ευρωπαϊκή χώρα που επιθυμεί περισσότερο από κάθε άλλη να υπάρχει σταθερότητα στην Τουρκία και αυτή η σταθερότητα διαβρώνεται, σε ένα πλαίσιο έντονου εθνικισμού σε ολόκληρη την περιοχή».

Θεωρεί «ανησυχητική εξέλιξη» τις επιθέσεις του Ερντογάν στη Συνθήκη της Λωζάννης, αν και σημειώνει ότι χώρες και αναλυτές ίσως «διαβάζουν περισσότερα από αυτά που πραγματικά εννοεί» ο Τούρκος πρόεδρος, και εκτιμά πως οι δηλώσεις αυτές «θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της προσπάθειας στήριξης της αντιευρωπαϊκής ρητορικής του».

Αν και η Αθήνα και η Λευκωσία επενδύουν στην ενεργειακή διάσταση της τριμερούς συνεργασίας με το Ισραήλ, στην οποία άλλωστε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη αποδίδουν στρατηγικά χαρακτηριστικά, ο εκτελεστικός διευθυντής του ιδρύματος German Marshall Fund για την Ευρώπη σημειώνει ότι «σε έναν ιδεατό κόσμο, η Τουρκία είναι ο ευκολότερος και φθηνότερος τρόπος για να εξάγει το Ισραήλ το φυσικό του αέριο προς τις μεγάλες αγορές». Τονίζει, δε, ότι το συγκεκριμένο ζήτημα είναι «πρωτίστως εμπορικής φύσης και λιγότερο γεωπολιτικής».

Ο κ. Λέσερ δηλώνει αβέβαιος σε ό,τι αφορά τη στάση του συμβούλου εθνικής ασφαλείας του νέου Αμερικανού προέδρου, αντιστράτηγου Μάικλ Φλιν, έναντι της Τουρκίας. Ο κ. Φλιν, που έχει διατελέσει διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Πενταγώνου (DIA), έχει προκαλέσει προβληματισμό σε ξένες χώρες αλλά και σε κύκλους της Ουάσιγκτον για την ένθερμη υποστήριξή του προς την Αγκυρα, ενώ αμερικανικά μέσα ενημέρωσης έχουν αποκαλύψει ότι μετά την αποστρατεία του δρούσε ως λομπίστας τουρκικών συμφερόντων. «Εχει κάποιο παρελθόν με την Τουρκία και έχει επιδείξει αυξημένο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη χώρα, αλλά έχει επίσης ισχυρές απόψεις σχετικά με τον ισλαμισμό και την προβολή των συμφερόντων των ΗΠΑ, που μπορεί να μη γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό στην Αγκυρα».

Οι ΗΠΑ μονομερώς ή μέσω ΝΑΤΟ;|

Για τον ρόλο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο, στη διάρκεια της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, ο Ιαν Λέσερ σημειώνει ότι μέχρι στιγμής το σκηνικό είναι «ασαφές», καθώς οι πάντες, εκτός και εντός Αμερικής, προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τις προθέσεις του νεοεκλεγέντος προέδρου, αλλά και των προσώπων που τοποθετεί σε καίριες θέσεις. Θεωρεί ότι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ θα χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις προσωπικές σχέσεις που θα αναπτύξει ο νέος Αμερικανός πρόεδρος με άλλους ηγέτες, ενώ δεν διαπιστώνει τάσεις απομονωτισμού. Στην πορεία, πάντως, αναμένεται να αυξηθεί η επιρροή του κατεστημένου εξωτερικής πολιτικής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος με αποτέλεσμα να ομαλοποηθεί η κατάσταση.

Τέλος, ο εκτελεστικός διευθυντής του ιδρύματος German Marshall Fund για την Ευρώπη εκτιμά πως «οι εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο θα επηρεάσουν το μέλλον της Ευρώπης», σε μεγάλο βαθμό λόγω του προσφυγικού, ενώ θεωρεί ότι «με δεδομένη την ιδιαίτερη έμφαση που δίνει ο Τραμπ στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, θα αποτελέσει έκπληξη εάν υπάρξει οποιαδήποτε σημαντική μείωση της αμερικανικής εμπλοκής στην περιοχή». Σπεύδει, δε, να συμπληρώσει ότι «το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον αυτή η εμπλοκή θα είναι μονομερής ή θα έχει πολυμερή μορφή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ