Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Φόβοι Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κάθώς πλησιάζουμε σε μια καθοριστική φάση του Κυπριακού, η βασική παράμετρος που απασχολεί τις δύο κοινότητες, και κατ’ επέκταση τους διαπραγματευτές, περισσότερο από κάθε άλλη είναι η ασφάλεια. Είναι εύλογο, με δεδομένη την εμπειρία του παρελθόντος.

Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι προτάσσουν το συγκεκριμένο ζήτημα ως το κορυφαίο που τους απασχολεί, ή πιο σωστά, που τους φοβίζει. Και άλλα θέματα είναι φυσικά σημαντικά. Οι πτυχές της διακυβέρνησης της χώρας, από τη μορφή που θα έχει η προεδρία και τον τρόπο που θα εκλέγονται ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος, τους αριθμητικούς συσχετισμούς στα νομοθετικά όργανα, τον διαμοιρασμό των εξουσιών μεταξύ της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των δύο συνιστωσών πολιτειών, μέχρι τις εδαφικές αναπροσαρμογές και τον αριθμό προσφύγων που θα επιστρέψουν, αλλά και τις επιπτώσεις στην οικονομία, είναι ζητήματα που απασχολούν τους πάντες.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι κορυφαίο παραμένει το «ακανθώδες» ζήτημα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, που όλοι αναγνωρίζουν ότι τα πράγματα δεν μπορούν να συνεχίσουν ως έχουν.

Υπάρχουν αμφιβολίες και κατ’ επέκταση ανησυχίες για τις ρυθμίσεις που θα συμφωνηθούν σε ό,τι αφορά τη μεταβατική περίοδο, καθώς και από τις δύο πλευρές εκπέμπονται μηνύματα ανασφάλειας. Είναι σαφές πως όλοι έχουν προσδοκίες, αλλά ταυτόχρονα οι αντικειμενικές συνθήκες δημιουργούν έλλειμμα αυτοπεποίθησης σχετικά με τη βιωσιμότητα της συμφωνίας. Και αυτό αφορά τόσο την όποια μεταβατική περίοδο όσο και τη μακροπρόθεσμη εφαρμογή της.

Θα ξεκινήσω με τους Τουρκοκύπριους τους οποίους στη ρητορική και στις αναλύσεις ενίοτε τείνουμε να αγνοούμε. Από τη στιγμή που δηλώνουμε – και το εννοούμε– ότι είναι ένα σημαντικό κομμάτι του κυπριακού λαού, πρέπει να σκύψουμε με ειλικρίνεια, να ακούσουμε με προσοχή και να απαντήσουμε με παρρησία και στις δικές τους ανησυχίες.

Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς μιλώντας με Τουρκοκύπριους, τόσο στο νότιο ελεύθερο τμήμα της χώρας όσο και στο βόρειο κατεχόμενο, είναι πως ανησυχούν για τη συμπεριφορά ακροδεξιών και εξτρεμιστικών στοιχείων της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας. Εδώ η απάντηση έχει δύο πτυχές. Η πρώτη αφορά την ύπαρξη μιας πολυεθνικής δύναμης στην οποία ενδεχομένως να συμπεριλαμβάνονταν και τουρκικές δυνάμεις. Θα μπορούσε κάλλιστα να απαντήσει στους όποιους φόβους, δικαιολογημένους ή όχι. Η δεύτερη αφορά μια σωστά δομημένη, ισχυρή και αποτελεσματική αστυνομία, που ενδεχομένως να έχει όχι μόνο την πρέπουσα εκπαίδευση, αλλά και την ενεργό στήριξη της διεθνούς κοινότητας. Σε κάθε περίπτωση, η λύση δεν μπορεί να είναι ο στρατός μιας χώρας που μέχρι τη λύση θεωρείται, ορθώς, από την άλλη κοινότητα, δύναμη κατοχής.

Για τους Ελληνοκύπριους ο μεγαλύτερος φόβος είναι, φυσικά, οι εγγυήσεις και η συνεχιζόμενη παρουσία ξένων στρατευμάτων, που μεταξύ άλλων από τη φύση της σηματοδοτεί και απώλεια εθνικής κυριαρχίας. Στο πλαίσιο αυτό, και παρά τις επιμέρους διαφορές μεταξύ προσώπων και χωρών, η τοποθέτηση του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών ότι το σημερινό καθεστώς των εγγυήσεων είναι αναχρονιστικό είναι απόλυτα σωστή. Είναι ορθό και το ρητορικό ερώτημα που έθεσε πρόσφατα εάν είναι αυτός «εθνικιστής» επειδή υποστηρίζει ότι δεν μπορεί μια τρίτη χώρα να έχει στρατιωτικές δυνάμεις στο έδαφος ενός κράτους-μέλους της Ε.Ε, αλλά είναι δημοκρατικοί εκσυγχρονιστές όσοι πιστεύουν το αντίθετο.

Δεν είναι μόνον ο αυτονόητος φόβος μιας τουρκικής επέμβασης, είναι και ο προβληματισμός για παρεμβάσεις της Τουρκίας στα εσωτερικά της ομόσπονδης Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οι διαπραγματευτές και ευφυείς αξιωματούχοι της διεθνούς κοινότητας επεξεργάζονται ιδέες που μπορούν να μικρύνουν αποστάσεις και να γεφυρώσουν διαφορές. Η αποστολή τους δεν είναι εύκολη. Είναι, όμως εφικτή, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι τα εμπλεκόμενα μέρη, και στη συγκεκριμένη περίπτωση η Τουρκία, θα συναινέσουν σε συνθετικές λύσεις με διεθνή χαρακτηριστικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ