ΒΙΒΛΙΟ

Η αθανασία των μύθων

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΚΩΣΤΑΣ ΑΚΡΙΒΟΣ
Τελευταία νέα από την Ιθάκη
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 278

​​Αναμφίβολα πολλά συνέβησαν από τον 8ο αιώνα π.Χ. και μετά. Αν ο Ομηρος είχε εποπτεία των κατοπινών χρόνων, ενδεχομένως, πέρα από τα εμβληματικά έπη που κληροδότησε στον ανθρώπινο λόγο εξυμνώντας τις αρχέτυπες περιπέτειες της ύπαρξης, να εμπλούτιζε την ποίησή του και με άλλους αξιοπερίεργους άθλους. Ισως αυτό να σκέφτηκε ο Κώστας Ακρίβος πριν επιχειρήσει να συμπληρώσει τη μυθική εποποιία με πιο πρόσφατες, σε σχέση με την π.Χ. εποχή, οδύσσειες. Προφανώς το μυθοπλαστικό του εγχείρημα εδράζεται στο αξίωμα περί επανάληψης της Ιστορίας. Η ανέμη των παραμυθιών ξετυλίγει αενάως τις ιστορίες του ανθρώπου, τις κλώθει παραλλαγμένες και παραβολικές. Ο Ακρίβος σταχυολογεί από τα πέρατα του ελληνισμού ηρωικές και πένθιμες στιγμές γνωστών και άγνωστων προσώπων, που εμφανίζονται στις σελίδες σε διπλοτυπία με τα ομηρικά τους πρότυπα.

Από τα πορτρέτα που παρουσιάζονται σε αντιπαραβολή με τα μυθικά πρόσωπα της Οδύσσειας, ξεχωρίζω το μοναδικό μη ανθρώπινο. Μια ελιά, έρημη δίπλα σε ένα ξωκκλήσι, αφηγείται ως άλλη Ευρύκλεια τα υπεραιωνόβια άλγη των ανθρώπων, τον φόβο και το αίμα, μα και τα άλλα. «Τα πιο χαρούμενα και γελαστά, αυτά που σε κρατούνε στη ζωή. Φιλιά και λυγίσματα, μέρες λιόφωτες, τραγούδια κι αστέρια, μόσχους και τραταρίσματα». Ξεμαλλιασμένη από τους ανέμους η εύκαρπη Ευρύκλεια τρέφει και τρέφεται από τις ανθρώπινες ιστορίες, απάγκιο στους καημούς, συμμέτοχη στα γλέντια. «Με τούτα και με τα άλλα κύλησαν οι χρόνοι μου γεμάτοι από μεθύσια». Ο Λαέρτης, ο Μέντορας και ο Αγαμέμνονας γίνονται τα εκμαγεία των επιφανέστερων αφηγητών του βιβλίου, ήτοι του Κολοκοτρώνη, του Καβάφη και του βυζαντινού αυτοκράτορα Βασίλειου Α΄, αντιστοίχως. Ο πατέρας του Οδυσσέα συμπάσχει ολοθύμως τον ήρωα της Επανάστασης, που πενθεί τον γιο του, ο Καβάφης με τη στοργικότητα του ομηρικού Μέντορα συντρέχει τον κληρονόμο του, Αλέκο Σεγκόπουλο, ενώ ο Βασίλειος ενδύεται την πορφύρα προστατευμένος από την ακατάλυτη ισχύ του μυθικού βασιλιά.

Από τους ανώνυμους ήρωες συγκινεί για την αντιηρωική του αγωνία ο στρατιώτης των Βαλκανικών Πολέμων, που κάνει τάματα σε όλους τους αγίους με την ευχή να γυρίσει σπίτι του σώος για να ρίξει με το μάουζερ πέντε μπαλοθιές στη χάρη τους. Δυστυχώς, αντιγράφοντας ερήμην του την τύχη του Ελπήνορα, γλίστρησε εντελώς άδοξα στον θάνατο. Ορισμένοι, βέβαια, από τον θίασο της Οδύσσειας ζημιώνονται κατάφωρα από τις μετενσαρκώσεις, όπως, για παράδειγμα, η Καλυψώ που μεταμορφώνεται σε φιλήδονη πενηντάρα, η Ναυσικά που βλέπει τα πριγκιπικά της τιμαλφή να στριμώχνονται σε ένα άθλιο προικοσύμφωνο και ο Τειρεσίας, ο οποίος, χάνοντας την επαμφοτερίζουσα υπόστασή του, όχι όμως και τη μαντική του δεινότητα, καταντά καφετζού. Δικαίως, ωστόσο, ο μνηστήρας Αντίνοος τιμωρείται με μετοικεσία στο σώμα ενός δωσίλογου, ενώ ο Μενέλαος χλευάζεται για τον ερωτομανή του πόλεμο εμφυσώντας το μένος του σε έναν εσμό υπενωμοταρχών. Η δε καλή του, αμετανόητη, εμπλέκεται σε ερωτικό σκάνδαλο του 19ου αιώνα.

Ακρως φιλοπαίγμων ο Ακρίβος διεκτραγωδεί τον απέραντο πόντο του αίματος, που περιρρέει τη συλλογική μνήμη. Στις σελίδες του εκβάλλει ένας καταιγισμός δεινών, χαρακτηριστικών της πολυμήχανης, πολύτροπης βίας. Περικλεείς και ταπεινοί, οι αφηγητές των ιστοριών δοκιμάζονται στις δικές τους αιματοχυσίες, αποστερημένοι το εξιλεωτικό στίλβωμα της ποίησης. Μόνο το μαχαίρι ενός χασάπη δοξολογείται σε ένα χορικό, με τη θεϊκή φωνή του Φήμιου να συνοδεύει τις διαπεραστικές δοξαριές της λάμας, που αντιλαλούν από το απώτατο βάθος του χρόνου.

Το γλυκύτερο τραγούδι, όμως, το λέει ο Οδυσσέας, ο αιώνιος πλάνης, μια μορφή πλασμένη από όλες τις θάλασσες που τη διαρρέουν. Η φωνή του είναι λιγότερο λέξη και περισσότερο μέλος, που καταλύει με τον λυρισμό του κάθε αίσθημα ξεριζωμού. Η παυσίλυπη μελωδία έρχεται να παιανίσει την κατάπαυση του πυρός. Ο φασματικός Οδυσσέας τραγουδά γαληνεύοντας την αντάρα του μαχαιριού και συνενώνοντας τους συντρόφους του στις σελίδες κάτω από την υπερπόντια φωνή του, πολύ πλατύτερη από τις αιμάτινες κηλίδες της Ιστορίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ