Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Η προφητεία του Γλάδστωνος

Κύριε διευθυντά
Καθόλου ειδικός δεν αισθάνομαι για μια σοβαρή συζήτηση περί παιδείας, αλλά βρίσκω ότι το σύντομο βιβλίο του Γ. Δερτιλή «7 πόλεμοι, 4 εμφύλιοι, 7 πτωχεύσεις» θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικό ανάγνωσμα σε όλα τα Γυμνάσια και Λύκεια. Σε μια προσπάθεια να μάθουν σιγά σιγά οι Ελληνες ότι επί 200 χρόνια εξαρτώμεθα οικονομικώς (δάνεια) αλλά και για την ασφάλειά μας από τις «δυνάμεις», οι οποίες προσπαθούν –ματαίως;– να μας κάνουν ένα κανονικό κράτος. Στο βιβλίο αυτό βρήκα μια φράση του Βρετανού πρωθυπουργού –γύρω στα 1870– Γλάδστωνος, η οποία καθρεφτίζει τελείως τη σημερινή κατάσταση της χώρας μας:
«Το ερώτημα είναι αν σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε στην κατάλληλη στιγμή τον μοχλό του δανείου για να ωθήσουμε την Ελλάδα να λάβει μέτρα πραγματικού περιορισμού των δαπανών της, ώστε να ενισχύσει τη φερεγγυότητά της»...

Αλεξανδρος Μπεζης, Κηφισιά

«Ταχέως κυβέρνηση εθνικής ευθύνης»

Κύριε διευθυντά
Με το ίδιο όπως πάντα ενδιαφέρον διάβασα και το άρθρο σας στην «Καθημερινή» της Κυριακής 18ης Δεκεμβρίου. Θα ήθελα κατ’ αρχήν να σας συγχαρώ γιατί μέσα σε λίγες μεστές γραμμές συμπυκνώνετε αυτούσια τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αναδεικνύετε την κρισιμότητα των στιγμών και επισημαίνετε τις δυσοίωνες προοπτικές που μας περιζώνουν. Η εφιαλτική πρόβλεψή σας ότι όπως πάμε «θα αρχίσουμε να τρώμε τις σάρκες μας», πρέπει νομίζω να ηχήσει ως «σήμα κινδύνου», ως «σειρήνα συναγερμού».

Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι και με αυτό σας το άρθρο έμεινα τελικά με την ίδια απορία: γιατί παραμένετε μόνο στην περιγραφή και στις διαπιστώσεις; Γιατί δεν προχωράτε παρακάτω, γιατί δεν προτείνετε λύσεις; Διότι ακόμα και στην πιο περίπλοκη, στην πιο δραματική κατάσταση, κάποια λύση θα υπάρχει, έστω πρόχειρη, έστω ατελής. Ακόμα και ο καλύτερος γιατρός του κόσμου αν περιοριστεί μόνο στη σωστή διάγνωση και δεν προτείνει κάποια θεραπεία, κάποιο φάρμακο, καθίσταται αναποτελεσματικός.

Συμφωνώ πλήρως και υποθέτω ότι θα συμφωνείτε και εσείς με την άποψη του κ. Ν. Δένδια ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι πολιτικό. Η πολιτική λύση που υπονοεί ο κ. Δένδιας είναι προφανώς εκλογές, όπως επίμονα ζητεί η Ν.Δ. Τι θα προκύψει όμως από ενδεχόμενες εκλογές; Στην καλύτερη περίπτωση αυτοδύναμη κυβέρνηση Ν.Δ. ή με τη στήριξη κάποιου από τα μικρότερα κόμματα. Θα πρόκειται για επανάληψη ενός έργου που έχουμε ξαναδεί. Η μισή Ελλάδα να προσπαθεί και η άλλη μισή να αντιμάχεται πεισματικά και να παρεμποδίζει την υλοποίηση οποιασδήποτε πολιτικής.

Πέραν τούτου, όσες φορές και αν ζητήσει εκλογές ο κ. Μητσοτάκης, βέβαιο είναι ότι θα εισπράξει ισάριθμες αρνήσεις από τον Τσίπρα και την παρέα του. Ας το πάρουμε απόφαση: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εκλογές αν δεν είναι βέβαιος ότι θα τις κερδίσει. Θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο, συνταγματικό ή κατά παράβαση του Συντάγματος, να εξαντλήσει την τετραετία, έστω και με την οικονομία σερνάμενη και τους πολίτες στα κάγκελα. Χωρίς να αποκλείεται βέβαια να καταφύγει σε δημοψήφισμα, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του...

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο Τσίπρας και οι συν αυτώ είναι άκρως επικίνδυνοι όχι μόνο γιατί είναι ανίκανοι αλλά γιατί, όπως προσφυώς ελέχθη, πιο επικίνδυνοι από τους ανίκανους είναι αυτοί που είναι ικανοί για όλα!

Προκειμένου να αποκολληθεί ο ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία, που είναι και το πιο επείγον, πρέπει κατά τη γνώμη μου να παραμεριστεί προς το παρόν το αίτημα των εκλογών. Κεντρικό αίτημα πρέπει να καταστεί η συγκρότηση κυβέρνησης «εθνικής συναίνεσης», ή «εθνικής ευθύνης» ή «ειδικού σκοπού». Είναι νομίζω αίτημα που μπορεί να στηριχθεί όχι μόνο από όλα τα δημοκρατικά κόμματα αλλά και από αρκετούς βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που ασφαλώς δεν θα ήθελαν να χάσουν την έδρα τους σε ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές.

Προτείνω το αίτημα αυτό να υιοθετήσετε εσείς και οι άξιοι συνεργάτες σας στην «Καθημερινή» αλλά και στον ΣΚΑΪ. Θα μπορούσε ίσως να αντιτείνει κανείς ότι η επεξεργασία και η προβολή λύσεων στα μεγάλα προβλήματα της χώρας δεν είναι χρέος των δημοσιογράφων αλλά των κομματικών επιτελείων. Πιθανόν αυτό να ισχύει σε κανονικές συνθήκες. Ας μου επιτραπεί όμως να πιστεύω ότι σε έκτακτες συνθήκες, όταν τα πάντα γύρω καταρρέουν, όταν το πρόβλημα της χώρας καθίσταται πλέον υπαρξιακό και τα επιτελεία των κομμάτων αδρανούν ή αδυνατούν να επεξεργαστούν και να προτείνουν λύσεις, το χρέος αυτό πέφτει σε όλους μας και στον καθένα χωριστά. Πέφτει και στον τελευταίο πολίτη, και στην πιο ασήμαντη συλλογικότητα. Και, πρωτίστως, πέφτει σε μια εφημερίδα με το κύρος και την ιστορία της «Καθημερινής».

Τακης Λαζαριδης

Ο Διονύσιος Σολωμός και ένας υφυπουργός

Κύριε διευθυντά
Για να ενισχύσει την εντυπωσιοθηρική ασυναρτησία του ότι «Και να χάσουμε μερικά νησιά δεν πειράζει. [...] Τη γλώσσα έχει σημασία να μη μας πάρουν», ο υφυπουργός Παιδείας Κ. Ζουράρις επικαλέστηκε τη μαρτυρία του Σολωμού. Τι λέει ο Σολωμός: «Μήγαρις έχω άλλο [τι] στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»». Ωσάν ο Σολωμός να είχε πει: «Και να χάσουμε το Μεσολόγγι δεν πειράζει. [... ] Τη γλώσσα έχει σημασία να μη μας πάρουν».   Τι απέγινε άραγε η «ελευθερία» του Σολωμού; Ο υφυπουργός σχολίασε χαριτολογώντας: «Τσάτρα πάτρα την ελευθερία εδώ στο υπουργείο θα προσπαθήσουμε να τη διακονήσουμε». Περιπαικτικός λοιπόν και ειρωνικός ο υφυπουργός στο θέμα της ελευθερίας και με τους δημοσιογράφους (έτσι ισχυρίστηκε τουλάχιστον) και με τον Σολωμό. Εκεί που μιλούσε πολύ σοβαρά ήταν στο θέμα της γλώσσας. Φαίνεται μάλιστα να είναι πεπεισμένος ότι, όταν ο Σολωμός αναφέρεται στη «γλώσσα», εννοεί ολοφάνερα τη γλώσσα που μιλάει ο ίδιος, δηλαδή αυτό το εκτός τόπου και χρόνου στρυφνό και ομιχλώδες γλωσσικό συνονθύλευμα, προϊόν μιας ακατάσχετης λεξιθηρίας που αποκλείει εξ ορισμού την επικοινωνία, δηλαδή τον λόγο ύπαρξης της ίδιας της γλώσσας. Αν βέβαια είχε διαβάσει ολόκληρο τον Διάλογο του Σολωμού ή έστω τη συνέχεια του γνωστού παραθέματος, θα είχε αποφύγει να επικαλεστεί τη μαρτυρία του. Υπενθυμίζω την πλήρη απάντηση του Ποιητή στον Φίλο: «Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα, καὶ έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιώτατος κρώζη ή κανένας Τούρκος βαβίζη· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο».

Ο Σοφολογιώτατος, λέει ο Ποιητής, είναι σαν τον Τούρκο· ο πρώτος κρώζει (όπως οι «κόρακες» του Πινδάρου) και ο άλλος γαυγίζει. Ο Σολωμός λοιπόν όχι μόνο θεωρεί την ελευθερία και τη γλώσσα έννοιες ταυτόσημες αλλά επιπλέον απεικονίζει τους αντιπάλους τους ως εκπροσώπους τους άναρθρου λόγου του ζωικού βασιλείου. Αν, αντί για τον Σοφολογιώτατο, ο Ποιητής έκρινε τον σοφό και λογιώτατο υφυπουργό Παιδείας για τα σπουδαιοφανή αλλά ακατάληπτα ελληνικά του και για τον ισχυρισμό ότι «τα δεκαέξι νησιά που ζητά ο Ερντογάν είναι άνευ σημασίας», δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο εύστοχος.

Μιχαηλ Πασχαλης, Ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Φιλολογίας

Η Βαβυλωνία των λέξεων

Κύριε διευθυντά
Ο συνάδελφος κ. Πλακονούρης (Επιστολές, 14/12/2016) παραθέτει μια σειρά «λανθασμένων» (κατά τη γνώμη του) μεταγραφών ξένων ονομάτων στην ελληνική γλώσσα, αλλά δείχνει να αγνοεί κάποια πολύ στοιχειώδη θέματα. Το φαινόμενο που περιγράφει ως «λάθος» δεν είναι μόνο ελληνικό. Οι γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους στις φωνητικές τους απαιτήσεις και στους κανόνες προφοράς: δεν υπάρχουν όλοι οι φθόγγοι μιας γλώσσας σε όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου και δεν μπορούν να αποδοθούν όλοι στον γραπτό λόγο με τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου (δοκιμάστε να γράψετε στα ελληνικά τα διάφορα ανοικτά ή κλειστά «ο» και «ι» ή τα ποικίλα «σ» των Γάλλων, των Γερμανών ή των Πολωνών). Ο Churchill λέγεται Τσόρτσιλ ή Τσέρτσιλ ή κάτι ενδιάμεσο; Ακόμη και μέσα στην ίδια γλώσσα, η προφορά δεν είναι πάντα ομοιόμορφη. Γιατί το Kansas διαβάζεται Κάνσας και το Arkansas διαβάζεται Αρκανσο (και όχι Αρκάνσο, όπως το θέλει ο κ. Πλακονούρης); Πρόκειται για «ιδιορρυθμία» που δεν αντιστοιχεί στη γραπτή ομοιότητα των δύο ονομάτων.
Σε πολλές μεταγραφές υπάρχει ιστορικό προηγούμενο, που έχει να κάνει με την προέλευση των λέξεων και που δύσκολα αλλάζει (και όχι πάντα) με την πάροδο του χρόνου. Ετσι, ο Σολωμός έγραφε για «του Βάσιγκτων τη γη» εννοώντας την Ουάσιγκτον. Κάποτε ήταν σε ευρεία χρήση η γαλλική γλώσσα και το Λονδίνο λεγόταν Λόντρα, διότι συχνά τα κείμενα μεταφράζονταν από το γαλλικό (Londres). Ποιο είναι το σωστό σε μια τέτοια περίπτωση; Ακόμη και οι κανόνες της μεταγραφής αλλάζουν με τις εποχές, κι έτσι δεν υπάρχει σήμερα η τάση εξελληνισμού των ξένων ονομάτων που ήταν κυρίαρχη κάποτε (δεν λέμε σήμερα Μαγχεστρία εννοώντας το Manchester).

Αλλαγές γίνονται με τον χρόνο και με την τριβή με τη γλώσσα. Κάποτε μαθαίναμε αγγλικά μόνο από γραπτά κείμενα, με περιορισμένη επαφή με τον προφορικό λόγο. Ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, τα ταξίδια και το Διαδίκτυο άλλαξαν τον βαθμό προσέγγισής μας στην αγγλική, κι έτσι π.χ. ο ηθοποιός Sean Connery, που εμφανιζόταν ως Σην Κόννερυ στις κινηματογραφικές αφίσες του 1960-70, έγινε Σον Κόνερι όταν μάθαμε να τον προφέρουμε με το σκωτσέζικο ιδίωμα. Τέλος, και πάλι για ιστορικούς λόγους, κάποια τοπωνύμια κλίνονται στην εξελληνισμένη μορφή τους και θα ακουγόταν μάλλον αστείο να λέμε «η Σκάλα του Μιλάνο» η «η πυρκαγιά του Σικάγο».

Αντωνης Παπαγιαννης, Ιατρός - Θεσσαλονίκη

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ