ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Παρατηρώντας τη Σούζαν Σόνταγκ

ΒΑΛΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Η Σούζαν Σόνταγκ στο Mills Hotel. Ηταν πιθανώς η πιο διάσημη, φωτογραφημένη, αμφιλεγόμενη κριτικός και συγγραφέας των γραμμάτων και τεχνών.

Πριν από 12 χρόνια, στις 28 Δεκεμβρίου του 2004 έσβησε μία από τις μεγαλύτερες Αμερικανίδες διανοούμενες του 20ού αιώνα και πιθανώς η πιο διάσημη, φωτογραφημένη, αμφιλεγόμενη κριτικός και συγγραφέας των γραμμάτων και τεχνών. «O θάνατος είναι το αντίθετο του οτιδήποτε», είχε πει. H Σούζαν Σόνταγκ, που έγραψε 17 βιβλία και αμέτρητα δοκίμια, σκηνοθέτησε ταινίες και θεατρικά έργα κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, ούσα μια αδιαμφισβήτητη φωνή συνείδησης και κρίσης κατά ή υπέρ της ανθρώπινης κατάστασης, σήμερα παραμένει το ίδιο επίκαιρη. Η Νάνσι Κέιτς, που γύρισε το ντοκιμαντέρ «Παρατηρώντας τη Σούζαν Σόνταγκ», σκιαγραφεί το πορτρέτο της.

«Θα μπορούσε κάποιος να πει, και θα είχε δίκιο, ότι ο άνθρωπος έχει μια μορφή ψυχαναγκασμού απέναντι στη φωτογραφία. Το να ζήσεις μια εμπειρία γίνεται συνώνυμο με το να τη φωτογραφίσεις. Το να ζήσεις ένα δημόσιο γεγονός ισοδυναμεί με τη φωτογραφική του αποτύπωση. Ο Μαλαρμέ τον 19ο αιώνα είπε πως τα πάντα υπάρχουν για να καταλήξουν σ’ένα βιβλίο. Σήμερα τα πάντα υπάρχουν για να καταλήξουν σε μια φωτογραφία», γράφει η Σόνταγκ, το 1977, στο βιβλίο «Περί Φωτογραφίας».

«Νομίζω ότι αν θέλει κάποιος να ανακαλύψει τη Σόνταγκ, θα πρέπει να διαβάσει πρώτα το παραπάνω βιβλίο και το “Η νόσος ως μεταφορά - το ΑIDS και οι μεταφορές του”», λέει η Κέιτς.

Οπως παρακολουθούμε στο ντοκιμαντέρ, η Σόνταγκ άρχισε να γράφει δοκίμια από τα 15 της χρόνια και συνέχισε μέχρι τον θάνατό της, όταν νικήθηκε από τον καρκίνο στα 71 της χρόνια, τη νόσο που είχε ξεπεράσει προηγουμένως δύο φορές. Τα θέματά της: Η σημασία της φωτογραφίας στον δυτικό κόσμο αλλά και η ματιά μας απέναντι στη φωτογραφική αναπαράσταση του πολέμου, η πορνογραφία αλλά και το έιτζ, ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η πολιορκία στο Σεράγεβο, η παγκόσμια τρομοκρατία, η Simone Weil, ο Καμύ, το θέατρο ή η ποπ κουλτούρα. Παρ’ όλο που σημειώνει «η επεξηγηματική ερμηνεία είναι η εκδίκηση που παίρνει ο διανοούμενος από την τέχνη. Είναι η εκδίκηση που παίρνει ο διανοούμενος από τον κόσμο», όλο της το έργο δίνει ερμηνείες –συχνά αυτοαναιρούμενες – του κόσμου τον οποίο κατοικούμε.

«Η ιδέα που έχω για τον συγγραφέα: Κάποιος που ενδιαφέρεται για τα πάντα. Σαν σε νιρβάνα, περιπλανιέμαι από πολιτιστικό δρώμενο σε πολιτιστικό δρώμενο καθημερινά, νιώθω συγκίνηση ή ένα φλας έκστασης κάθε βδομάδα, η όρεξή μου είναι ψυχαναγκαστική και προκαλείται από ετερόκλητες πηγές», λέει στο ντοκιμαντέρ η συγγραφέας.

Ερωτευμένη

Γεννημένη ως Σούζαν Ρόζενμπλατ στη Νέα Υόρκη το 1933, η Σόνταγκ πήρε το επώνυμο του δεύτερου συζύγου της μητέρας της. Ο πατέρας της είχε πεθάνει στην Κίνα από φυματίωση στα 5 της χρόνια και η μητέρα της, αποστασιοποιημένη και ψυχρή, σύμφωνα με τη μικρότερη αδελφή της Τζούντιθ, απέκρυψε το γεγονός από τις δύο κόρες της για ένα χρόνο. Στο διήγημα «Project for a trip to China», της συλλογής «I,etcetera», αντηχεί αυτός ο θάνατος. Στο ντοκιμαντέρ παρακολουθούμε την πορεία της: Στα 15 της αποφοιτά από το Λύκειο, περνάει στο πανεπιστήμιο του Berkeley, και μεταφέρεται στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, γιατί βρίσκει εκεί τα μαθήματα πιο ενδιαφέροντα, στα 17 της παντρεύεται με τον Φίλιπ Ριφ, τον οποίο έχει γνωρίσει 10 μέρες νωρίτερα ως καθηγητή του Σικάγο («ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο ένιωσα ότι μπορούσα να μιλήσω»), στα 19 της γεννά τον Ντέιβιντ, κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Χάρβαρντ και στα 22 της φεύγει στο Παρίσι για ένα χρόνο, αφήνοντας τον γιο της στους παππούδες του.

Στο Παρίσι νιώθει για πρώτη φορά ερωτευμένη και ελεύθερη. Η Χάριετ, η πρώτη της σύντροφος, είναι μεγαλύτερη και συνειδητοποιημένη ομοφυλόφιλη. Μετά το διαζύγιό της από τον Ριφ, τη σχέση αυτή ακολουθούν δεκάδες άλλες, οι οποίες παίρνουν σημαντικό χώρο στο ντοκιμαντέρ, κυρίως γιατί η ίδια η Σόνταγκ αρνήθηκε να δηλώσει ανοιχτά ότι ήταν ομοφυλόφιλη και μ’ αυτό τον τρόπο να εμπλακεί στο γυναικείο κίνημα.

«Νομίζω ότι φοβόταν ότι θα την απέρριπταν επειδή ήταν queer (μη ετεροφυλόφιλος/μη συμβιβασμένος με το φύλο του) και γυναίκα, κάτι που συνέβη σε πολλές διανοούμενες της εποχής της. Θα ήταν υπέροχο για το κίνημα LGBT αν είχε κάνει coming out (αποκαλύψει ότι είναι γκέι), αλλά δεν ήθελε να βάλει ταμπέλα στον εαυτό της, επειδή ήταν μυστικοπαθής. Και μη γελιόμαστε: Ακόμη και σήμερα, οι άνθρωποι δεν παίρνουν στα σοβαρά τις λεσβίες διανοούμενες», λέει η Νάνσι Κέιτς.

Επειδή η Σόνταγκ ξεπέρασε δύο καρκίνους το 1975 και το 1998, θεώρησε ότι θα τον νικούσε και το 2004. Οι εμπειρίες της από την επάρατο νόσο, της έδωσαν έμπνευση για το δοκίμιό της «Η ασθένεια ως μεταφορά». Οι γιατροί και ο περίγυρος αντιμετωπίζουν την ασθένεια ως σύμβολο, με τον ίδιο τρόπο που στον προηγούμενο αιώνα είχε εκληφθεί η φυματίωση ή η σύφιλη – η κοινωνία θεωρεί πως ψυχολογικοί παράγοντες οδηγούν στην εμφάνισή της και ως εκ τούτου ο ασθενής είναι υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Μία δεκαετία αργότερα, όταν ο καρκίνος αποτελεί μικρότερο ταμπού και η συλλογική συνείδηση τον αντικαθιστά από το έιτζ, ασθένεια στην οποία οδηγείται ο ασθενής «παρεκκλίνοντας» από την κοινωνία, η Σόνταγκ γράφει «Το AIDS και οι μεταφορές του». «Αυτό που τιμωρεί περισσότερο τον ασθενή είναι το νόημα που η κοινωνία δίνει στην ασθένεια – όταν αυτό το νόημα είναι απόλυτα μοραλιστικό».

Η Σόνταγκ έχει τόση ανάγκη να προκαλέσει, που ποτέ κανείς δεν ξέρει αν όντως πιστεύει ό,τι λέει ή απλώς διψάει για δημόσιο διάλογο. Το κείμενό της στο περιοδικό New Yorker μερικές μέρες μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. «Πότε θα αναγνωρίσουμε ότι αυτή δεν ήταν μια “δειλή” επίθεση στον “πολιτισμό” και στην “ελευθερία” αλλά μια επίθεση στην αυτοαποκαλούμενη υπερδύναμη, που προκύπτει ως συνέπεια των συγκεκριμένων συμμαχιών και πράξεων αυτής; Αραγε πόσοι πολίτες γνωρίζουν για τις παρούσες βομβιστικές επιθέσεις στο Ιράκ; Και αν επιμένουμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη “δειλός”, μήπως αυτή η λέξη χαρακτηρίζει περισσότερο αυτούς που σκοτώνουν από απόσταση και όχι αυτούς που το κάνουν ως αντίποινα, αυτοθυσιαζόμενοι;».

Εκρυβε την αλήθεια

Στην πορεία της ζωής της, η Σόνταγκ απέρριψε τα αρχικά γραπτά της και δήλωσε κατά καιρούς ότι το δοκίμιο δεν την ικανοποιεί ως είδος γραφής. Τα τρία μυθιστορήματά της, όμως, δεν είχαν την απήχηση των άλλων έργων της και αν το τελευταίο της έργο «Αμέρικα» κέρδισε το National Book Award, αυτό ήταν περισσότερο για το σύνολο του έργου της. «Πιστεύω ότι η μεγαλύτερη απογοήτευσή της ήταν ότι τα μυθιστορήματά της δεν άγγιξαν το κοινό όσο θα ήθελε. Αλλά πώς θα μπορούσαν; Μη νιώθοντας συμπόνια για τους ήρωές της, και κρύβοντας την ομοφυλοφιλία της, αυτοτιμωρήθηκε ως συγγραφέας».

Βλέποντας το ντοκιμαντέρ, και διαβάζοντας το έργο της, είναι εύκολο να εντυπωσιαστείς αλλά και να απειληθείς από την παρουσία της, από το εύρος των γνώσεών της και τον εκρηκτικό χαρακτήρα της. Η Κέιτς είχε την τύχη να τη συναντήσει από κοντά: «Τη γνώρισα στα γρήγορα το 1985, και με απέρριψε αρκετά, το οποίο είναι μάλλον ειρωνικό. Εχω νιώσει όλο το πιθανό φάσμα συναισθημάτων που θα μπορούσα, αλλά κατέληξα να νιώθω κάποια συμπόνια γι’ αυτήν βλέποντάς την ως ένα ανθρώπινο ον με βαθιά ελαττώματα, όπως όλοι μας». Γράφει η Σόνταγκ σ’ έναν από τους τρεις τόμους των ημερολογίων της, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό της, «η επιθυμία μου να γράφω είναι συνδεδεμένη με την ομοφυλοφιλία μου. Η ταυτότητά μου είναι το όπλο απέναντι σε μια κοινωνία που με απορρίπτει. Ξαφνικά συνειδητοποιώ πόσες ενοχές έχω που είμαι queer». Και σε άλλο σημείο, καταθέτει, με πικρία, «ό,τι και να έχω πει κατά καιρούς, οι πράξεις μου αποδεικνύουν ότι δεν αγάπησα την αλήθεια». Οι ερωμένες της, από τη χορεύτρια και χορογράφο Λουσίντα Τσάιλντς ώς τη φωτογράφο Ανι Λίμποβιτς, παρουσιάζουν μια γυναίκα σκληρή, απορροφημένη από την ύπαρξή της και νάρκισσο. Μία από τις σχέσεις της, η Αυστριακή Εύα Κόλις μοιράζεται πως η Σόνταγκ δεν τη σύστηνε σε κοινωνικές συναθροίσεις, γιατί δεν τη θεωρούσε ισάξιά της.

​​Το ντοκιμαντέρ «Παρατηρώντας τη Σούζαν Σόνταγκ» μπορεί να αγοραστεί για 44$ στο http://sontagfilm.org/shop.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ