ΕΛΛΑΔΑ

Οι κυβερνήσεις των «αποστατών»

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ*

Η κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου πήρε ψήφο εμπιστοσύνης στις 24 Σεπτεμβρίου 1965 και παρέμεινε στην εξουσία έως τον Δεκέμβριο του 1966.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

«Απλούν και μέγαν είναι το ερώτημα το οποίον έχει τεθή: Ποίος κυβερνά την Ελλάδα; Ο Βασιλεύς ή ο Λαός;». Με τα λόγια αυτά, ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ολοκλήρωνε τη θριαμβευτική του πορεία από το Καστρί στο κέντρο της Αθήνας, στις 19 Ιουλίου 1965, λίγες ημέρες μετά την αποπομπή του από τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τη συνακόλουθη ορκωμοσία της πρώτης κυβέρνησης των «αποστατών» (όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται). Η εν λόγω αποστροφή αντικατόπτριζε μία ευρύτερη κοινωνική δυναμική, επαναφέροντας, ακριβώς μισό αιώνα μετά, διλήμματα της περιόδου του Εθνικού Διχασμού. Η Ενωση Κέντρου, η οποία στις εκλογές του προηγούμενου έτους είχε κερδίσει 171 έδρες, βρισκόταν πλέον έναντι μιας πρωτοφανούς εσωτερικής κρίσης. Η αποχώρηση μιας πρώτης ομάδας ηγετικών στελεχών του κόμματος και η συγκρότηση της κυβέρνησης Νόβα μετέβαλε άρδην το πολιτικό σκηνικό, πυροδοτώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις. Εν μέσω υπονοιών περί ύπαρξης σχεδίων εκτροπής του πολιτεύματος, η σύγκρουση πρωθυπουργού και Στέμματος επρόκειτο να μεταβάλει τα δεδομένα σε επίπεδο κοινωνίας και πολιτικής.

Η μεγάλη κρίση των 70 ημερών

Οι εβδομήντα ημέρες που μεσολάβησαν ανάμεσα στην πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου και στην υπερψήφιση της κυβέρνησης του Στέφανου Στεφανόπουλου, συνιστούν αναμφισβήτητα εξαιρετικά πυκνό πολιτικό χρόνο, στη διάρκεια του οποίου οι ισορροπίες μεταβλήθηκαν συχνά. Η κυβέρνηση Νόβα καταψηφίστηκε από τη Βουλή, λαμβάνοντας μόλις 131 ψήφους. Επρόκειτο για τις ψήφους της ΕΡΕ, του Κόμματος των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη και όσων βουλευτών της Ενωσης Κέντρου είχαν αποσπαστεί από τη γραμμή Παπανδρέου. Μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου, πολλά στελέχη του Κέντρου επεδίωξαν την άμβλυνση του οξυμμένου κλίματος που είχε πλέον παγιωθεί ανάμεσα στην ηγεσία του κόμματος και στα Ανάκτορα, προκρίνοντας την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Στέφανο Στεφανόπουλο. Η ανένδοτη στάση του Γεωργίου Παπανδρέου θα οδηγήσει στην εκ νέου ενίσχυση των φυγόκεντρων τάσεων εντός του κόμματος και στην ανάθεση της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης στον Ηλία Τσιριμώκο. Η θνησιγενής αυτή επιλογή έδειχνε να αντικατοπτρίζει τη συνολική εικόνα αποδόμησης του πολιτικού σκηνικού. Η αδυναμία του Τσιριμώκου να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης θα οδηγήσει στη σύγκληση του Συμβουλίου του Στέμματος, που για μία ακόμη φορά θα επιβεβαιώσει την αδυναμία των πολιτικών αρχηγών και του βασιλιά Κωνσταντίνου να συναινέσουν στη συγκρότηση μιας μεταβατικής κυβέρνησης κοινής αποδοχής.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1965 η Βουλή παρείχε ψήφο εμπιστοσύνης στην τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση που είχε ορκίσει ο Κωνσταντίνος, σε διάστημα περίπου δύο μηνών. Η κυβέρνηση του Στεφανόπουλου στηρίχθηκε και από 44 πρώην βουλευτές της Ενωσης Κέντρου, αριθμός που αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τέταρτο της συνολικής κοινοβουλευτικής δύναμης του κόμματος, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά τις εκλογές του 1964. Προφανώς επρόκειτο για μία δύσκολη επιλογή, πίσω από την οποία μπορεί κανείς να αναγνωρίσει διαφορετικά κίνητρα. Μία ομάδα διέβλεπε ότι ο βασιλιάς δεν επρόκειτο να αποδεχθεί τη διενέργεια νέων εκλογών, όπως ζητούσε ο Γεώργιος Παπανδρέου, και συνεπώς ότι δεν θα μπορούσε να προκύψει κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου από την παρούσα Βουλή. Παράλληλα, όμως, δεν έλειπαν και οι καταγγελίες για τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, κάτι που με τρόπο εύγλωττο συνοψίζει ο αρχηγός της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος, σημειώνοντας ότι «η απόσπασις των αναγκαίων βουλευτών από τον κ. Παπανδρέου, διά να φθάση η πλειοψηφία εις τον αριθμόν 152, έγινε με εξαγοράν συνειδήσεων, με υπουργοποίησιν ανθρώπων, που δεν θα εγίνοντο ποτέ, υπό άλλας συνθήκας, υπουργοί, ακόμη και με άλλα απαράδεκτα μέσα, που τα επληροφορήθην εξωδίκως αργότερα».

Οι πολιτικές ταυτότητες μιας ιδιότυπης σύγκρουσης

Παράλληλα, οι πολιτικές εξελίξεις οδήγησαν σε μαζικές διαδηλώσεις, ίσως τις πλέον μαχητικές από την περίοδο της Απελευθέρωσης. Με κυρίαρχα τα αντιμοναρχικά συνθήματα, χιλιάδες πολίτες συγκρούστηκαν κατά την περίοδο των Ιουλιανών με δυνάμεις της αστυνομίας. Επρόκειτο για την αντίδραση ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, που είχε ριζοσπαστικοποιηθεί μέσα από τον Ανένδοτο Αγώνα της περιόδου 1961-1963 και τη συμμετοχή σε οργανώσεις όπως η Νεολαία Λαμπράκη κατά την αμέσως επόμενη περίοδο. Πλέον, αυτή η κοινωνική δυναμική αποκτούσε νέα χαρακτηριστικά, μέσα από την αμφισβήτηση ενός κυρίαρχου μοντέλου πολιτικής. Σε συμβολικό επίπεδο, η μορφή που ταυτίστηκε με αυτές τις διαδηλώσεις είναι αυτή του Σωτήρη Πέτρουλα, ενός φοιτητή που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια των συγκρούσεων με τις δυνάμεις της αστυνομίας στο κέντρο της Αθήνας.

Αν όμως η κοινωνική δυναμική μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από μία πορεία που κατέληγε στα Ιουλιανά, πόσο εύκολο είναι να κατηγοριοποιήσει κανείς τα στελέχη της Ενωσης Κέντρου που επέλεξαν να αποχωρήσουν από το κόμμα, συμμετέχοντας στις κυβερνήσεις του 1965; Η στήριξη των κυβερνήσεων Νόβα, Τσιριμώκου και Στεφανόπουλου από την ΕΡΕ και – εν μέρει– το Κόμμα Προοδευτικών του Μαρκεζίνη, θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για μία «δεξιά πτέρυγα» εντός του Κέντρου που αποστασιοποιήθηκε από την ηγεσία Παπανδρέου.

Η τοποθέτηση, όμως, σύμφωνα με τον άξονα Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά δεν μπορεί να δώσει σαφή εικόνα, καθώς οι βουλευτές αυτοί προέρχονται από όλο το εύρος των τάσεων στο εσωτερικό της Ε.Κ. Αντιθέτως, πιο εύγλωττα είναι τα συμπεράσματα αν η διάκριση γίνει ανάμεσα στους νεοεκλεγέντες βουλευτές και τα ιστορικά στελέχη της παράταξης. Σύμφωνα με αυτή, οι βουλευτές που είχαν εκλεγεί κατά τις τελευταίες αναμετρήσεις έμειναν κοντά στην ηγεσία του Γεωργίου Παπανδρέου, άλλωστε είχε ήδη σχηματιστεί ένα πρώτος πυρήνας στελεχών της λεγόμενης Κεντροαριστεράς περί τον Ανδρέα Παπανδρέου. Αντιθέτως, τα στελέχη που είχαν μακρά πορεία στην πολιτική καθώς και η ηγετική ομάδα του κόμματος επέλεξαν σε σημαντικό ποσοστό να αποχωρήσουν. Πρόκειται συνεπώς για μία ιδιότυπη σύγκρουση: Οι εκπρόσωποι μιας πολιτικής παράδοσης, οι οποίοι αφενός θεωρούσαν παρακινδυνευμένη την τακτική του Γεωργίου Παπανδρέου και αφετέρου δεν μπορούσαν να συλλάβουν το μέγεθος της κοινωνικής αντίδρασης που θα προξενούσε η αποπομπή του, συγκρούονταν με καινούργιους –κυρίως– βουλευτές που είχαν γαλουχηθεί μέσα στις πολιτικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ’60. Πέρα, όμως, από τις πολιτικές καταβολές του κάθε βουλευτή, δεν μπορούν να παραγνωριστούν η ύπαρξη ενός βασικού πυρήνα στελεχών που ανέλαβε το εγχείρημα, καθώς και ο κεντρικός ρόλος που διαδραμάτισαν τόσο στις σχετικές διαβουλεύσεις όσο και στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο εκδότης της εφημερίδας «Ελευθερία», Πάνος Κόκκας.

Η πολιτική και τα προβλήματα της κυβέρνησης Στεφανόπουλου

Η διακυβέρνηση Στεφανόπουλου είχε να αντιμετωπίσει μία σειρά από εγγενείς δυσχέρειες, που σε σημαντικό βαθμό σχετίζονταν με την ισχνή πλειοψηφία ενός έως δύο βουλευτών που είχε στη Βουλή. Απότοκη της προσπάθειας διατήρησης των ισορροπιών μπορεί να θεωρηθεί και η αποδοχή των πιέσεων των Ανακτόρων για την ανάθεση της αρχηγίας του Γενικού Επιτελείου Στρατού στον Γρηγόριο Σπαντιδάκη. Η επαναφορά σε επιτελικές θέσεις αυτών που θα γίνονταν αργότερα οι δικτάτορες της 21ης Απριλίου και η προετοιμασία ενός «βασιλικού πραξικοπήματος» από τον αρχηγό του επιτελείου, περιγράφουν τον ρόλο που εκείνος διαδραμάτισε στην πορεία προς την εκτροπή. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου ακολούθησε συνετή οικονομική πολιτική, στοχεύοντας στον περιορισμό των συνεπειών από τη μακρά περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας που είχε προηγηθεί. Σημαντικές πρωτοβουλίες ανέλαβε επίσης για την αποφυλάκιση των τελευταίων πολιτικών κρατουμένων, ενώ την ίδια περίοδο διεξήχθησαν και οι δίκες για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Σε κάθε περίπτωση, η συνοχή του κυβερνητικού σχήματος αμφισβητήθηκε κατά καιρούς, ενισχύοντας ρήγματα που υφίσταντο μεταξύ των προερχόμενων από το Κέντρο βουλευτών.

Παράλληλα, όμως, διαιρετικές τομές είχαν εμφανισθεί και στο εσωτερικό των υπολοίπων κομμάτων –χαρακτηριστικό γνώρισμα της εγγενούς απαξίωσης της πολιτικής– δημιουργώντας ακόμη οξύτερα προβλήματα στους ηγέτες του Κέντρου και της Δεξιάς. Για τον σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών του Κωνσταντίνου Καραμανλή εντός της ΕΡΕ, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αποτελούσε μία ενδιάμεση λύση μέχρι την επιστροφή του ιδρυτή του κόμματος, ένα είδος τοποτηρητή, γεγονός που μεγιστοποιούσε το χάσμα ανάμεσα στον αρχηγό και στην ηγετική ομάδα που συχνά αντιδρούσε στη συνέχιση της στήριξης της κυβέρνησης Στεφανόπουλου. Αντίστοιχα, και στον χώρο του Κέντρου, ο Γεώργιος Παπανδρέου, αποστερημένος της βασικής ηγετικής ομάδας του κόμματος –η οποία πλέον σε σημαντικό βαθμό βρισκόταν στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου– και με επιβαρυμένη υγεία, καλείτο να αντεπεξέλθει στην ολοένα εντεινόμενη ριζοσπαστικοποίηση του Ανδρέα Παπανδρέου, επικεφαλής ενός κεντροαριστερού ρεύματος εντός της Ενωσης Κέντρου.

Η κρίση του 1965 συνιστά αναμφισβήτητα εξαιρετικά σημαντική καμπή στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Πολιτική ηγεσία και Ανάκτορα αρνήθηκαν να θέσουν ουσιαστικές βάσεις για μια συνεννόηση, η οποία θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την όξυνση. Συνεπώς, αν αποδεχθεί κανείς ότι η Ιστορία δεν έχει χαρακτήρα νομοτελειακό, η προσέγγιση της εν λόγω περιόδου μπορεί να αποδειχθεί καταλυτικής σημασίας. Υπογραμμίζοντας τη στάση πολιτικών και πολιτών, μπορεί κανείς να κατανοήσει καλύτερα τον τρόπο που λειτούργησαν, εκείνοι που ήδη σχεδίαζαν την επιβολή δικτατορίας.

* Ο κ. Χρήστος Χρηστίδης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ