Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Αμφίβια πρόσωπα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​ «Κόκκινη χελώνα» του Ολλανδού Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ, παραγωγή του περιβόητου ιαπωνικού Στούντιο Γκίμπλι, του Χαγιάο Μιγιαζάκι, δύσκολα περιορίζεται στον χαρακτηρισμό animation. Οχι ότι δεν είναι. Ομως ηχεί κάπως περιοριστικά αν σκεφτεί κανείς ότι το αφαιρετικό σκίτσο αναδεικνύει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά με αδιόρατες λεπτομέρειες, εκφράσεις και κινήσεις που προδίδουν εντατική παρατήρηση και ακρίβεια· ότι η φύση που περιβάλλει τον ναυαγό ήρωα ακουμπάει εξίσου στέρεα στον ρεαλισμό και στον υπερρεαλισμό του ονείρου ή του εφιάλτη· ότι η έλλειψη λόγου (μόνο ήχοι και μουσική) πυκνώνει την αφήγηση και οξύνει το συναίσθημα.

Ενας ναυαγός, που παλεύει με θεόρατα κύματα, στο πρώτο κιόλας πλάνο, χωρίς να γνωρίζουμε πώς βρέθηκε εκεί, καταλήγει σε ένα ερημονήσι. Φτιάχνει με πείσμα σχεδίες τη μία μετά την άλλη, με την ελπίδα να δραπετεύσει, όμως όλες τις προσπάθειες τσακίζει μια τεράστια κόκκινη χελώνα. Απομακρύνεται λίγα μέτρα από την ακτή και επιστρέφει πάλι στη βάση του όλο και πιο ηττημένος όλο και πιο οργισμένος. Οταν η χελώνα τον ακολουθεί στη στεριά, εκείνος παίρνει την εκδίκησή του. Την επόμενη μέρα προβάλλει μέσα από το καβούκι, όπως μέσα από το όστρακο του Μποτιτσέλι, μια όμορφη γυναίκα – Αφροδίτη. Ο ναυαγός και η «χελώνα» θα γίνουν ζευγάρι και θα αποκτήσουν γιο. Το παιδί θα μεγαλώσει και θα κυριευτεί από την επιθυμία να διασχίσει τα υδάτινα σύνορα, να ταξιδέψει στον ωκεανό.

Τίποτα δεν είναι τελεσίδικο στην ταινία αυτή. Ούτε η καταστροφή ούτε καν ο θάνατος. Η φύση δίνει στην τραγωδία το μέγεθος της κανονικότητας· η δυτική σκέψη συναντά τη φιλοσοφία της Ανατολής, η επιμονή και ο αγώνας για επιβίωση, την ιδέα της μετενσάρκωσης. Πλάνα μεγάλης εικαστικής αρτιότητας, ο άνθρωπος - κουκκίδα πάνω στον γυμνό βράχο, εναλλαγές των χρωμάτων που εντείνουν τη ρευστότητα της σύλληψης· λες και το υδάτινο στοιχείο είναι η πρώτη ύλη για κάθε τι στερεό. Τα σχήματα αλλάζουν και μαζί ο ρυθμός. Οι λιτές γραμμές είναι εφάμιλλες της σιωπής, αφήνουν τη μουσική και τους ελάχιστους ήχους να δημιουργήσουν ένα δικό τους, ανεξάρτητο, τοπίο.

Πριν από 15 χρόνια ο Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ γύρισε μια αριστουργηματική μικρού μήκους animation, το «Father and Daughter» (2001), που τιμήθηκε με βραβείο Οσκαρ. Μπορεί να τη βρει κανείς στο Διαδίκτυο (είναι αναρτημένη και στον κινηματογραφικό ιστότοπο flix.gr).

Ενα μικρό κορίτσι διασχίζει με το ποδήλατο και τον πατέρα του έναν εξοχικό δρόμο για να καταλήξουν στη θάλασσα όπου ο πατέρας αποχαιρετά την κόρη του και φεύγει με μια βάρκα. Μέσα στα λίγα λεπτά που διαρκεί η ταινία, περνούν τα χρόνια και οι εποχές και η κοπέλα, έφηβη, γυναίκα, γιαγιά, διανύει, πάντα με ποδήλατο, την ίδια απόσταση, για να σταθεί στο ίδιο σημείο του αποχαιρετισμού. Να ατενίσει τη θάλασσα, περιμένοντας τι άραγε; Τον πατέρα να επιστρέφει; Η θάλασσα συμβολίζει για τον Ντε Βιτ το πέρασμα από τη ζωή στον θάνατο και, κατά μία έννοια, και το αντίστροφο. Τελετουργικά, επαναλήψεις, καθημερινές ίδιες διαδρομές, στήνουν γέφυρες με το ανείπωτο. Κάνουν τις μικρές ζωές μας λιγότερο ευάλωτες, τη μοναξιά λιγότερο επιθετική, το τραύμα, την οδύνη λιγότερο αφόρητα, αφηγούνται τις ιστορίες του ενός ως ιστορίες του καθενός.

Κινούμενα σχέδια όπως η «Κόκκινη χελώνα», το «Πατέρας και κόρη», μετατρέπουν την τελική κρίση πάνω στη ζωή και στον θάνατο σε προνόμιο. Δεν είναι ρήγμα, δεν είναι αποκλεισμός. Τίποτα δεν είναι επιβεβλημένο από εξωτερικούς κανόνες. Η παρόρμηση έχει τη δική της σοφία, τη δική της «κανονικότητα». Οπως και η φύση. Ισως γι’ αυτό τα πρόσωπα του Ντε Βιτ λειτουργούν σαν αμφίβια. Η συμπεριφορά τους παραμένει ρευστή και ευμετάβλητη με τον ίδιο τρόπο που οι αντιδράσεις τους μοιάζουν σταθερές και ακλόνητες. Κάπως έτσι πορεύονται για να συναντηθούν με την επιθυμία τους. Είτε αυτό συμβαίνει στο όνειρο είτε στην πραγματικότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ