ΒΙΒΛΙΟ

Θρηνητικό μπλουζ για τη Μακκαμπέα

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Η συγγραφέας Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η​​ αιματηρή μοίρα του εβραϊσμού τον εικοστό αιώνα τα έφερε έτσι ώστε μια Εβραία από την Ουκρανία να γίνει μεγάλη συγγραφέας της Βραζιλίας και της πορτογαλικής γλώσσας. Μιλώ για την Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977), με αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα της σύντομης και βασανισμένης ζωής της, την «Ωρα του αστεριού» (Αντίποδες, 2016). Το βιβλίο αυτό, που της έδωσε μια κάποια παγκόσμια φήμη, δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο 1977 και τον Δεκέμβριο εκείνη πέθανε. Στον τάφο της χαράχτηκε το πραγματικό εβραϊκό όνομά της: Chaya bat Pinkhas, Χαγιά μπατ (κόρη) Πινχάς. Στα ελληνικά κυκλοφορεί και το πρώτο μυθιστόρημά της, το «Κοντά στην άγρια καρδιά» (Τυπωθήτω, 2008).

Η «Ωρα του αστεριού» μας λέει την αληθινή, αν και επινοημένη, ιστορία ενός κοριτσιού, που ακούει στο παράξενο όνομα Μακκαμπέα. Τούτο το κορίτσι είναι ένα τίποτα, αυτό τη θεωρούν όλοι οι άλλοι και η ίδια δεν πιστεύει κάτι διαφορετικό για τον εαυτό της. Ανήκει σε εκείνα τα πλάσματα τα «εξουθενημένα», «τα μη όντα», που λέει ο Παύλος (1 Κορ 1:28 ), «είναι σχεδόν απρόσωπη» (σ. 71). Ραχιτική από γεννησιμιού της, άσχημη («πονάει η ασχήμια;» θα την ρωτήσει κάποτε η συνάδελφός της στη δουλειά), με δυο μαραζωμένες ωοθήκες, ανόητη και ανίδεη, δεν έχει καν κορμί για πούλημα. Ορφανή από δυο χρονών, έχει ξεχάσει τη γεύση του να έχεις μάνα και πατέρα. Ζει μαζί με τέσσερα άλλα κορίτσια σε ένα δωμάτιο που δεν έχει θέρμανση και κουλουριάζεται γύρω από τον εαυτό της για να ζεσταθεί. Δεν έχει πάει ποτέ σε εστιατόριο, τρώει μόνο χοτ-ντογκ και σπανιότερα σάντουιτς με μορταδέλα. Δεν έλαβε ποτέ γράμμα και το τηλέφωνο στη δουλειά δεν χτύπησε ποτέ γι’ αυτήν. Δεν τη θέλει κανείς, δεν τη χρειάζεται κανείς, περισσεύει. Αληθινό στρουθί που ζει μοναχό πάνω στη στέγη, «στρουθίον μονάζον επί δώματος» (Ψλ 101 (102):7-8). Δεν είχε φύλακα άγγελο στη ζωή της. «Προσευχόταν μα δίχως Θεό» (σ. 39) και «ποτέ δεν είχε σκεφτεί πως “Εγώ είμαι εγώ”» (σ. 41). Κοντολογίς, εντελώς ανίκανη για το επιτήδευμα της ζωής (σ. 27). «Η κοπέλα δεν ήξερε πως ήταν αυτό που ήταν, όπως ένας σκύλος δεν ξέρει ότι είναι σκύλος. Κι έτσι δεν αισθανόταν δυστυχής. Το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει. Δεν ήξερε γιατί, δεν αναρωτιόταν. Ποιος ξέρει, μπορεί να νόμιζε πως το να ζεις είχε κάποια τοσοδούλα δόξα. Πίστευε πως ο άνθρωπος υποχρεούται να ’ναι ευτυχισμένος. Ηταν λοιπόν» (σ. 31). Μια μέρα η Μακκαμπέα θα πάει σε μια χαρτομάντισσα και θα φύγει από εκεί κυριολεκτικά ευτυχισμένη, ευτυχισμένη με λέξεις. Η χαρτομάντισσα τη βεβαιώνει ότι μόλις βγει από την πόρτα θα συναντήσει το Πεπρωμένο της: έναν ξανθό, όμορφο και πλούσιο γκρίνγκο. Η Μακκαμπέα θα συναντήσει πράγματι το Πεπρωμένο της με τη μορφή μιας κίτρινης Μερσεντές που πέφτει με ορμή πάνω της και την πετάει σε ένα χαντάκι. Σε λίγο θα αρχίσει να ψιχαλίζει. Η Μακκαμπέα, τούτο το άδολο χορταράκι (σ. 35) επιστρέφει στο χορτάρι (σ. 92). Βόλεψε το σώμα της σε θέση εμβρύου – αυτή η παντοτινή λαχτάρα για τη μεγάλη αγκαλιά (σ. 96). Τα τελευταία της λόγια είναι «ως προς το μέλλον». Ως προς το μέλλον τι;

Η Μακκαμπέα είναι μια μορφή αγίας. Ως αναζήτηση της αγιότητας εξηγεί τη γραφή της «Ωρας του αστεριού» ο μυθοπλαστικός συγγραφέας της: «Γιατί γράφω για μια νεαρή που ώς και η φτώχεια της είναι ξεστόλιστη; Ισως επειδή υπάρχει απομόνωση σε αυτήν και ακόμα επειδή στη φτώχεια σώματος και πνεύματος αγγίζω την αγιότητα, εγώ που θέλω να αισθανθώ τα χνότα του πέρα από εμένα. Μήπως και γίνω κάτι παραπάνω απ’ ό,τι είμαι, μια που είμαι τόσο λίγος» (σ. 23, βλ. ακόμη σ. 29, 43, 72, 93, 94).

Η Μακκαμπέα δεν είναι μόνη σε τούτο τον κόσμο της αδικίας. Είναι ένα από τα χιλιάδες κορίτσια της βορειοανατολικής Βραζιλίας, της Αλαγκόας της στέρησης και της εκμετάλλευσης, που κατεβαίνουν στις πόλεις και νοικιάζουν ένα κρεβάτι σε κοινές κάμαρες, που εξουθενώνονται στη δουλειά πίσω από θυρίδες, που πουλάνε το κορμί τους, τη μόνη ιδιοκτησία τους, για ένα δείπνο, που δεν παραπονιούνται ποτέ γιατί δεν ξέρουν σε ποιον να παραπονεθούν (σ. 15). Της Αλαγκόας κάθε τόπου, χθες και σήμερα, τότε και τώρα.

Η Μακκαμπέα όμως δεν ζει μόνο στις φτωχογειτονιές του κόσμου, υπάρχει και μέσα μας. Αυτή την εξουθένωση, αυτό το να νιώθεις ένα τίποτα, «χνους, ον εκρίπτει ο άνεμος» (Ψλ 1:4), την κουβαλάμε όλοι μας ως εμπειρία ή ως τρόμο. Το ξέρουμε και χωρίς να ξέρουμε ότι το ξέρουμε (σ. 13). Και η Κλαρίσε Λισπέκτορ το ξέρει καλά αυτό όταν γράφει το μυθιστόρημα, τις τελευταίες μέρες της ζωής της: «Είμαι αποκαμωμένος από τη λογοτεχνία – μόνο η βουβαμάρα μού κρατά συντροφιά. Αν γράφω ακόμα είναι επειδή δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω στον κόσμο ενόσω περιμένω τον θάνατο. Η αναζήτηση της λέξης στα σκοτεινά» (σ. 80). Η Μακκαμπέα δεν θα λείψει από κανέναν όταν πεθάνει – η συγγραφέας της θα λείψει (βλ. σ. 14); Αυτό το μυθιστόρημα για τούτο το πλάσμα που δεν ξέρει να κραυγάζει (όπως ήταν και ένας από τους δεκατρείς πιθανούς τίτλους του) είναι το ίδιο μια κραυγή για έλεος (παρά, ίσως, τα περί του αντιθέτου, σ. 14), για σπλάχνιση για κάθε Μακκαμπέα του κόσμου και για τη Μακκαμπέα που είμαστε εμείς οι ίδιοι: «Προσευχηθείτε για λογαριασμό της και διακόψτε όλοι ό,τι κάνετε για να της εμφυσήσετε ζωή, γιατί η Μακκαμπέα είναι προς το παρόν έρμαιο της τύχης, σαν πόρτα που λικνίζεται αέναα στον άνεμο» (σ. 95).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ