ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η βασίλισσα Τζάκι με άλλη ματιά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Η Νάταλι Πόρτμαν ως Τζάκι είναι υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα Α΄ γυναικείου ρόλου στην κατηγορία του δράματος. Τα βραβεία θα απονεμηθούν απόψε –ξημερώματα Δευτέρας για εμάς– στο Λος Αντζελες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πιο διάσημη και γκλάμορους Πρώτη Κυρία των Ηνωμένων Πολιτειών, η Τζάκι Κένεντι, που έφερε την κομψότητα στα άδυτα του Λευκού Οίκου, έγινε κινηματογραφική ηρωίδα στο «Jackie», την πρώτη αμερικανική ταινία του Χιλιανού σκηνοθέτη Πάμπλο Λαρέν. Η ηθοποιός Νάταλι Πόρτμαν μεταμορφώθηκε εντυπωσιακά για να την ενσαρκώσει και ελπίζει να κερδίσει Χρυσή Σφαίρα για το επίτευγμά της στην αποψινή 74η απονομή των βραβείων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Τζάκι Μπουβιέ Κένεντι Ωνάση (1929-1994) γίνεται ηρωίδα στο σινεμά ή στην τηλεόραση. Σε όλα τα προηγούμενα βιογραφικά εγχειρήματα όμως βρέθηκε στη σκιά των ισχυρών συζύγων της, κυρίως του Αριστοτέλη Ωνάση. Στο «Jackie» όλοι εξαϋλώθηκαν ως διά μαγείας από τη λάμψη που εκπέμπει ο μύθος της, κινηματογραφημένος σε κοντινό πλάνο. Η εμμονή του Λαρέν με το κλόουζ απ, αλλά και με τη μη γραμμική αφήγηση, μετατοπίζει τη βιογραφία από τον συνήθη χολιγουντιανό ακαδημαϊσμό σε περιοχές του μεταμοντέρνου. Η φόρμα είναι το πλεονέκτημα του «Jackie».

«Η Τζάκι ήταν μια βασίλισσα χωρίς στέμμα», γράφει στο σύντομο σημείωμά του ο Λαρέν στο press book της ταινίας. Μια βασίλισσα σε μια χώρα που ουδέποτε είχε βασιλιά, θα συμπληρώναμε. Αγαπημένη, αλλά και αινιγματική «βασίλισσα», που ο μύθος της έφτασε στο απόγειό του τη στιγμή που τον σημάδεψε η τραγωδία. Η δολοφονία του Τζον Κένεντι, στις 22 Νοεμβρίου του 1963 στο Ντάλας, καταγράφηκε στη συλλογική συνείδηση της Αμερικής ως το τέλος της αθωότητας.

Το «Jackie» δεν έχει σκάνδαλα (με σεξ ή ναρκωτικά), νύξεις για πολιτική ή αναφορές σε θεωρίες συνωμοσίας. Ούτε φλερτάρει με τη σαπουνόπερα ή με το μεταπολεμικό χολιγουντιανό παραμύθι. Ας ξεχάσουμε για λίγο τον Ψυχρό Πόλεμο και την ένταση στον Κόλπο των Χοίρων, τον JFK (που εδώ εμφανίζεται σαν κομπάρσος), τον μυστήριο Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ, τη χυμώδη Μέριλιν Μονρόε, τον βαθύπλουτο Ωνάση και τις γαλαζοπράσινες θάλασσες του Σκορπιού. Αυτή η βιογραφία, που αρχίζει στην έπαυλη των Κένεντι στη Μασαχουσέτη λίγες ημέρες μετά τους μοιραίους πυροβολισμούς στο Ντάλας, είναι σαν μια σύντομη εφιαλτική παρένθεση στην πολυτάραχη ζωή της Τζάκι.

Κόκκινο πάνω στο ροζ

Σε ενεστώτα χρόνο ο Λαρέν κλιμακώνει ένα χρονικό: αναπαριστά τη συνέντευξη που έδωσε η πενθούσα Τζάκι στο περιοδικό Life. Σε φλας μπακ, σε ασπρόμαυρο φιλμ 16 mm, παραθέτει μια αναπαράσταση της ξενάγησης του CBS στον Λευκό Οίκο το 1961 («παράσταση» που συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία του μύθου της Τζάκι, αλλά και στην ανάδειξη του Λευκού Οίκου ως φιλόξενου σαλονιού πολιτισμού). Επίσης σε φλας μπακ, αλλά σε τόνους του έγχρωμου, ίσως για να φανεί η αντίθεση που δημιουργεί το κόκκινο πάνω στο ροζ, ο Λαρέν... θρυμματίζει το πολιτικό θρίλερ: παρουσιάζει αποσπασματικά τη δολοφονία στο Ντάλας, αλλά και το παρασκήνιο στον Λευκό Οίκο γύρω από τη «σκηνοθεσία» της νεκρώσιμης πομπής.

Η φράση που ηχεί για ώρα στο μυαλό του θεατή είναι η ερώτηση του δημοσιογράφου του Life «πώς ακούστηκε η σφαίρα». Η εικόνα που αφήνει τα πιο έντονα ίχνη στον αμφιβληστροειδή του είναι το ματωμένο ροζ ταγέρ της Τζάκι, που το φορούσε και κατά την ορκωμοσία του Λίντον Τζόνσον στο προεδρικό αεροπλάνο.

Ο Λορέν εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το εξαιρετικό σενάριο του Νόα Οπενχάιμ (βραβεύτηκε στη βενετσιάνικη Μόστρα τον περασμένο Σεπτέμβριο), για να οδηγήσει την Πόρτμαν στον κορυφαίο μέχρι σήμερα ρόλο της. Καλύτερο και από αυτόν στον «Μαύρο κύκνο» του Ντάρεν Αρονόφσκι (σήμερα είναι ο επικεφαλής των παραγωγών του «Jackie»), που της χάρισε Οσκαρ το 2011. Η δική της Τζάκι, μια ονειρεμένη Αμερικανίδα σταρ με παριζιάνικη φινέτσα, δίνει την περφόρμανς της ζωής της στη σκιά της «κατάρας των Κένεντι». Ο μεσαιωνικός μύθος του Κάμελοτ (λατρεμένος στη μιούζικαλ εκδοχή του από το προεδρικό ζεύγος) παίρνει τις διαστάσεις ενός ψυχολογικού θρίλερ, με αλλόκοτη ατμόσφαιρα που την επιτείνει το σάουντρακ της Μίκα Λέβι. Η Τζάκι της Πόρτμαν είναι ένα πορτρέτο που λάμπει και στο σκοτάδι, ένα «αντικείμενο» λατρείας για τον μέσο Αμερικανό. Είναι και ένας «πολύπλοκος χαρακτήρας που σκάει στις ραφές του από τις αντιφάσεις», όπως εύστοχα γράφει για το σενάριο του Οπενχάιμ ο «Γκάρντιαν».

Ο πρόεδρος που έγινε θρύλος

Το 2013 στο «No», που ήταν υποψήφιο για Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, ο Λαρέν εστίασε το ενδιαφέρον του σε μια κομβική στιγμή της ιστορίας της πατρίδας του, στο δημοψήφισμα του 1988 με το οποίο οι Χιλιανοί έβαλαν τέλος στη δικτατορία του Πινοσέτ. Κατά πολλούς ήταν μια ταινία που υπεραπλούστευε τη σύνθετη πολιτική πραγματικότητα της χώρας. Ενας νεαρός διαφημιστής, που μόλις επέστρεψε από την αυτοεξορία του στο Μεξικό, πείθει τους μονόχνοτους ηγέτες της αριστερής αντιπολίτευσης να χρησιμοποιήσουν μοντέρνες ιδέες και πρακτικές του μάρκετινγκ για να προωθήσουν την καμπάνια του «Οχι». Το «Νο», ομολογουμένως, ήταν μια έξυπνα δομημένη ταινία· ξεκινούσε από τη ντοκιμαντερίστικη καταγραφή της πραγματικότητας για να καταδείξει (κρατώντας ουδέτερη θέση) την εξίσωση της πολιτικής με το θέαμα.

Αν επιχειρήσουμε συγκρίσεις, θα δούμε ότι το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνει ο Λαρέν και στο «Jackie», διερωτώμενος κάποιες στιγμές τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο στην εικόνα της κομψής ηρωίδας του, που έγινε παγκόσμιο είδωλο. Η Τζάκι, στις πιο τραγικές στιγμές της ζωής της, που ήταν καθοριστικές και για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Αμερικής, υπήρξε ίσως η πιο υπερεκτεθειμένη διασημότητα.

Κατά τον Λαρέν, «η εκλεπτυσμένη και επιθυμητή Τζάκι ήταν μια από τις πολυφωτογραφημένες γυναίκες του 20ού αιώνα. Κι όμως, ξέρουμε πολύ λίγα για αυτήν. Ηταν αδιαπέραστη και μυστηριώδης, μπορεί και η πιο άγνωστη αναγνωρίσιμη γυναίκα της μοντέρνας εποχής.

Μέσα σε λίγες ημέρες μετέτρεψε τον Τζον Κένεντι από άνθρωπο σε θρύλο. Καθόρισε την εικόνα του και εδραίωσε την κληρονομιά του». Με άλλα λόγια, η δολοφονία του Αμερικανού προέδρου ήταν μια προσωπική, αλλά και εθνική τραγωδία, στην οποία η Τζάκι απάντησε ψύχραιμα και έξυπνα με έναν μύθο.

«Το “Jackie” μάς θυμίζει την εποχή που η Τζάκι ήταν μεγαλύτερη από οποιανδήποτε σταρ. Πιο μεγάλη από τη Μέριλιν ή τη Λιζ Τέιλορ. Ηταν μια ενσάρκωση θλίψης, αλλά και το σύμβολο της δύναμης. Ο πύργος της αξιοπρέπειας, αλλά και η αρχιτέκτονας ενός έξοχου πολιτικού θεάτρου», γράφουν οι New York Times.

Πολυτάραχη ζωή

Η Τζάκι Μπουβιέ, γόνος αστών της Νέας Υόρκης, ξεκίνησε καριέρα δημοσιογράφου και φωτογράφου. Το 1953 παντρεύτηκε τον Τζον Κένεντι, νεαρό γερουσιαστή της Μασαχουσέτης, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Από τις 20 Ιανουαρίου του 1961 μέχρι τις 22 Νοεμβρίου του 1963 ήταν η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ. Ο ευρωπαϊκός αέρας, το λεπτό γούστο της στο ντύσιμο, αλλά και το ενδιαφέρον της για τις τέχνες, έφεραν μια νέα εποχή για τον Λευκό Οίκο, που άνοιξε τις πύλες του σε σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως ο Ιγκόρ Στραβίνσκι. Το 1968, λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του κουνιάδου της Μπομπ Κένεντι, ο γάμος της με τον Αριστοτέλη Ωνάση, σε κλειστή τελετή στον Σκορπιό, εξέπληξε τους Αμερικανούς. Η Τζάκι Μπουβιέ Κένεντι Ωνάση πέθανε από καρκίνο στις 19 Μαΐου του 1994. Εζησε 64 χρόνια.​​

Το «Jackie» θα κάνει πρεμιέρα στις 19/1.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ