ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παίζοντας με τα ελλείμματα

PAUL KRUGMAN / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από λίγο καιρό διακεκριμένοι Ρεπουμπλικανοί, όπως ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν, αρέσκονταν να χρησιμοποιούν χωρία της «Αποκάλυψης» και να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας για ελλείμματα και για επικείμενη, ελληνικού τύπου, κρίση. Και τώρα, όλως αιφνιδίως, αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί είναι ιδιαίτερα ευτυχείς με την προοπτική διογκωμένων ελλειμμάτων, λόγω των φορολογικών περικοπών. Οι μεταρρυθμίσεις στη φορολογία, τις οποίες εξετάζουν, θα προσθέσουν στο δημόσιο χρέος περίπου 9 τρισ. δολάρια τα επόμενα δέκα χρόνια – αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα. Αυτή η απροσδόκητη αλλαγή δεν προκαλεί έκπληξη σε κανέναν ή, τουλάχιστον σε κανέναν, που έχει σώας τας φρένας. Η επιχειρηματολογία των Ρεπουμπλικανών για τα ελλείμματα είχε στόχο να πλήξει έναν Δημοκρατικό πρόεδρο, οπότε ήταν εντελώς προβλέψιμο ότι η υποκριτική στάση περί δημοσιονομικής πειθαρχίας θα άλλαζε άρδην αμέσως μόλις αναλάμβαναν τον Λευκό Οίκο.

Εντούτοις, υπήρχε και κάτι λιγότερο προβλέψιμο, και αυτό ήταν ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα παύσουν να υποκρίνονται ότι ενδιαφέρονται για τα ελλείμματα, ακριβώς τη στιγμή που αρχίζουν και πάλι αυτά να αποκτούν σημασία. Παρά ταύτα, οι όποιες υπερβολικές προειδοποιήσεις εξακολουθούν να είναι τουλάχιστον ανόητες. Η Αμερική, η οποία δανείζεται στο δικό της νόμισμα και δεν μπορεί να σταματήσει να έχει ρευστό, δεν μοιάζει καθόλου με την Ελλάδα. Πάντως, το να εμφανίσει ελλείμματα ούτε αβλαβές είναι ούτε επιθυμητό. Πριν από οκτώ χρόνια, με την οικονομία σε ελεύθερη πτώση, είχα γράψει ότι «εισερχόμαστε σε περίοδο οικονομικών της ύφεσης», στην οποία οι συνήθεις κανόνες της οικονομικής πολιτικής δεν εφαρμόζονται πλέον, η αρετή θεωρείται διαστροφή και η σύνεση παράνοια. Ειδικότερα, οι δαπάνες, που θα οδηγούσαν σε ελλείμματα, θα ήταν βασικές για τη στήριξη της οικονομίας, ενώ οι προσπάθειες για ισοσκελισμό του προϋπολογισμού θα απέβαιναν καταστροφικές.

Αυτού του είδους η διάγνωση, την οποία ασπάζονται οι περισσότεροι επαγγελματίες οικονομολόγοι, είναι αποτέλεσμα μελέτης και βασίζεται σε καλά εδραιωμένες μακροοικονομικές αρχές. Πέραν τούτου, όσες προβλέψεις απορρέουν από αυτές τις αρχές στηρίζονται σε γερά θεμέλια. Στην οικονομία, που βρισκόταν σε καθεστώς ύφεση χρόνια μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, ο κρατικός δανεισμός δεν προκάλεσε εκτίναξη επιτοκίων, η δημιουργία χρήματος από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν προκάλεσε πληθωρισμό και τα κράτη που αποπειράθηκαν να περικόψουν δραστικά τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα υπέστησαν βαρεία ύφεση.

Ωστόσο, αυτές οι προβλέψεις γίνονταν πάντοτε υπό όρους και μπορούσαν να ισχύσουν μόνον σε μια οικονομία που πόρρω απείχε από την πλήρη απασχόληση. Αυτό ήταν και το είδος της οικονομίας την οποία κληρονόμησε ο Μπαράκ Ομπάμα, αλλά η «κυβέρνηση Τραμπ - Πούτιν» θα ανέλθει στην εξουσία σε μια περίοδο κατά την οποία η πλήρης απασχόληση έχει λίγο ή πολύ αποκατασταθεί. Πώς γνωρίζουμε ότι πλησιάζουμε προς την πλήρη απασχόληση; Μία από τις ενδείξεις είναι ο επίσημος χαμηλός δείκτης της ανεργίας. Δύο στοιχεία είναι ακόμη πιο ενδιαφέροντα, κατά την κρίση μου. Το ένα αφορά τους μισθούς, που τελικά αρχίζουν να αυξάνονται με γρήγορο ρυθμό, δείχνοντας ότι οι εργαζόμενοι ανακτούν τη διαπραγματευτική τους ισχύ και ότι ο ρυθμός με τον οποίο εγκαταλείπουν οι άνθρωποι μια θέση εργασίας για να αναζητήσουν μια νέα επανήλθε στα προ κρίσης επίπεδα. Πλησιάζοντας την πλήρη απασχόληση, αλλάζει το εξής: βασικά, ο δημόσιος δανεισμός ανταγωνίζεται και πάλι με τον ιδιωτικό τομέα για περιορισμένη ποσότητα κεφαλαίων. Αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες που οδηγούν σε έλλειμμα δεν στηρίζουν πλέον την οικονομία, επειδή δημιουργούν άνοδο επιτοκίων. Στις συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί και πάλι να δικαιολογείται ο κρατικός δανεισμός, αν εξυπηρετεί έναν σημαντικό σκοπό. Τα επιτόκια παραμένουν πολύ χαμηλά και το να δανειστείς σε αυτά και να επενδύσεις σε πολύ αναγκαίες υποδομές παραμένει πολύ καλή ιδέα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ