Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Φάρος αξιών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αν είναι κάπως έτσι η «Αγκαλιά Πολιτισμού», τότε λυπάμαι πολύ, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή παρά να θυμηθώ τη φράση από ένα θεατρικό έργο του Χανς Γιοστ: «Οταν ακούω για κουλτούρα, απασφαλίζω το μπράουνίγκ μου».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Από την Αλεξανδρούπολη, όπου ο πρωθυπουργός βρέθηκε «μη τυχαία», όπως ο ίδιος επεσήμανε με τα θαυμάσια ελληνικά του, χαρακτήρισε την Ελλάδα «φάρο αξιών και πυλώνα σταθερότητας». Ωραία αφορμή, λοιπόν, για να ασχοληθούμε με ένα θέμα της επικαιρότητας, το οποίο αναδεικνύει μία από τις –αλίμονο– ισχυρές αξίες στον Υπαρκτό Ελληνισμό: την ηλιθιότητα.

Εκδικάζεται, διαβάζω, αγωγή κατά του Γιώργου Παπανδρέου, βάσει της οποίας ο ενάγων ζητεί χρηματική ικανοποίηση 260.000 ευρώ για «την ηθική βλάβη που του προκάλεσε ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και για την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω των προεκλογικών εξαγγελιών του, οι οποίες ουδέποτε τηρήθηκαν». Χωρίς –υποθέτω– να έχει την πρόθεση να διασκεδάσει τον αναγνώστη της αγωγής ή να αυτοσαρκαστεί, ο ενάγων υποστηρίζει ότι εξαπατήθηκε «καθότι, αν και ψηφοφόρος της Ν.Δ., παρασύρθηκε από τις προεκλογικές υποσχέσεις του κ. Παπανδρέου για μια αξιοπρεπή διαβίωση έναντι του κ. Κώστα Καραμανλή που πάγωσε τους μισθούς και τις συντάξεις».

Κατ’ αρχάς, ας μου επιτραπεί μια τεχνικού χαρακτήρα απορία: με τόσους παλαβούς και δικομανείς να κατακλύζουν τον τόπο, δεν υπάρχει ένας στοιχειώδης μηχανισμός στη Δικαιοσύνη, ώστε οι αγωγές που καθημερινά κατατίθενται να ξεσκαρτάρονται και κάποιες να απορρίπτονται ως ηλίθιες; Είναι δυνατόν κάθε παλαβομάρα με τη μορφή της αγωγής να παίρνει την άγουσα και να γίνεται μια περιττή επιβάρυνση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης;

Πάμε, όμως, στο ουσιώδες ερώτημα που τίθεται από την υπόθεση αυτή: μπορεί ο ΓΑΠ να ευθύνεται και για την προσωπική ανοησία του και για την ανοησία του καθενός ο οποίος πίστεψε στις προεκλογικές εξαγγελίες του και τον ψήφισε; Συμβαίνει στη ζωή, κατά κόρον – είναι αλήθεια. Ολοι μας γνωρίζουμε ή συναντούμε ανθρώπους που κακίζουν τους πολιτικούς για τις ευθύνες τους, ενώ οι ίδιοι για τις δικές τους ούτε καν αναρωτιούνται. Αυτή η εκχώρηση της ατομικής ευθύνης, στη συνείδηση του ψηφοφόρου, είναι η μεγαλύτερη ζημιά που έχει προκαλέσει ο λαϊκισμός στην πολιτική ζωή. Είναι η αιτία που κάνει μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων να τρέχει πάντα προς τον εκάστοτε πλειοδότη στις υποσχέσεις. Είναι αυτό που μας κρατάει, περισσότερο από έξι χρόνια τώρα, εγκλωβισμένους στον ίδιο φαύλο κύκλο. Είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που κάνει κάποιους (συχνά με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του κανονικού ανθρώπου) να παραδίδονται στον Σώρρα.

Η εκχώρηση της ατομικής ευθύνης στο πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας είναι αντίθετη προς την ουσία της δημοκρατίας. Καλώς ή κακώς, η δημοκρατία προϋποθέτει ευθύνη και από τις δύο πλευρές: και του εκλεγόμενου και του ψηφοφόρου. Ενέχει, επίσης, το στοιχείο της διακινδύνευσης, που ο ψηφοφόρος μπορεί να το αντιμετωπίσει μόνον με την ατομική κρίση και γνώση, όχι παραχωρώντας την σε όποιον άμυαλο ή απατεώνα προσφέρεται να αναλάβει το βάρος.

Με την τάση που μας διακρίνει τα τελευταία χρόνια να χαμηλώνουμε  ολοένα τα αξιακά κριτήρια, τα μέτρα και τα σταθμά, κινδυνεύουμε να αναγνωρίσουμε τη βλακεία  ως  αξία,  εδώ  στον  «φάρο των αξιών», με επικύρωση ενδεχομένως  και από τη Δικαιοσύνη. Αν  είναι έτσι, τότε πρέπει να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι η  δημοκρατία  δεν  είναι  και τόσο του γούστου μας, έστω και αν οι κομπασμοί περί «λίκνου της δημοκρατίας» αποτελούν καθιερωμένη, θεσμική επισημότητα. Διότι ο  μεγαλύτερος εχθρός της δημοκρατίας –αυτής της ατελούς και  ελαττωματικής, αλλά της μόνης που υπάρχει– είναι η βλακεία. Και η βλακεία αντιμετωπίζεται μόνο μακροπρόθεσμα και μέσω της παιδείας. Δηλαδή, καληνύχτα σας…
R.I.P.
Ο Στάθης Ευσταθιάδης, που πέθανε σε ηλικία 92 ετών το περασμένο Σάββατο, ήταν ένας από τους σοβαρότερους και ισχυρότερους δημοσιογράφους της εποχής του. Ενας δημοσιογράφιος που δεν άφησε πίσω του «σχολή» με μαθητές και μιμητές και δεν θα ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, διότι ο Στάθης Ευσταθιάδης ήταν μοναδικός και ως προσωπικότητα και κατά την επαγγελματική υπόστασή του.

Εκπρόσωπος ενός υψηλού επαγγελματικού φορμαλισμού στο διπλωματικό ρεπορτάζ, ο Ευσταθιάδης διέπρεψε στον τομέα του, σε βαθμό ώστε το υπουργείο Εξωτερικών να του αναγνωρίσει (ατύπως) το status του ισότιμου συνομιλητή. Κοσμοπολίτης, λόγω της παιδείας του και των συνθηκών της δουλειάς του στο εξωτερικό και, ιδίως, στη Νέα Υόρκη όπου επί χρόνια υπήρξε ανταποκριτής της εφημερίδας «Το Βήμα», ήταν άνθρωπος εξαιρετικής καλλιέργειας, με μεγάλη αγάπη για την όπερα, τον χορό και την κλασική μουσική.

Με τον κύριο Ευσταθιάδη, όπως επέμενα να τον λέω πάντοτε, πέρασα έξι χρόνια συστεγαζόμενος στο ίδιο γραφείο και είχα την ευκαιρία να γνωρίσω την καλοσύνη του, αλλά και την αυστηρότητά του, για την οποία ιδίως τον ευγνωμονώ. Στο γραφείο, όποτε προέκυπτε ελεύθερος χρόνος ανάμεσα στις διάφορες δουλειές, έβγαζε πάντα το βιβλίο που συνέβαινε να διαβάζει εκείνο τον καιρό και συνέχιζε την ανάγνωση, εντελώς προσηλωμένος, μέχρι να προκύψει το επόμενο με το οποίο θα έπρεπε να καταπιαστεί. Αν κάποιος ενοχλητικός τον ζητούσε στο τηλέφωνο, εκείνος, με τη δική του φωνή, χωρίς να κάνει προσπάθεια να την αλλάξει, αλλά σε τελείως κατεψυγμένο τόνο, απαντούσε στον καλούντα ως εξής: «Δεν είναι εδώ, θα του πω ότι πήρατε» και το έκλεινε για να συνεχίσει, χωρίς ο άλλος να προλάβει καν να πει ποιος ήταν. Προσπάθησα να ακολουθήσω αυτό το λαμπρό παράδειγμα. Δυστυχώς, δεν τα κατάφερα με τη δική του συνέπεια…

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ