ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι ακριβοί πονοκέφαλοι του Ντόναλντ Τραμπ

ANDREW ROSS SORKIN / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν εκχωρεί μόνο σε μια συμμορία δισεκατομμυριούχων τον έλεγχο της διακυβέρνησης της χώρας, αλλά τους προσφέρει και μεγάλες φοροαπαλλαγές ως αντάλλαγμα». Αυτά είπε η Ελίζαμπεθ Γουόρεν, μέλος του κόμματος των Δημοκρατικών στην πολιτεία της Μασαχουσέτης, ασκώντας κριτική για ένα «παραθυράκι» του φορολογικού κώδικα που επιτρέπει σε κυβερνητικούς αξιωματούχους τη μεταγενέστερη καταβολή φόρων από την πώληση μετοχών. Θεωρητικά, οι αξιωματούχοι αυτοί, στους οποίους συγκαταλέγονται κάποιοι από τους πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας, θα πρέπει να πουλήσουν όλες τις μετοχές που κατέχουν σε μεμονωμένες εταιρείες για να μην υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα ακούσετε αρκετά γι’ αυτό το φορολογικό «παραθυράκι», καθώς οι υποψήφιοι αξιωματούχοι στην επικείμενη κυβέρνηση Τραμπ θα υποβάλουν τα στοιχεία για την περιουσιακή κατάστασή τους. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να πουλήσουν τεράστια πακέτα μετοχών.

Σε πρώτη ανάγνωση δημιουργείται η εντύπωση ότι οι υποψήφιοι του κ. Τραμπ είναι οι τυχεροί του αιώνα, καθώς τους δίνεται η ευκαιρία να απαλλαχθούν από φόρους επί κεφαλαιουχικών κερδών για μεγάλο κομμάτι του πλούτου τους. Αλλά δεν λειτουργεί έτσι ο φορολογικός κώδικας. Ο σχετικός νόμος τέθηκε σε ισχύ από τον πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο και δίνει την ευκαιρία σε έναν κυβερνητικό αξιωματούχο να μεταθέσει την καταβολή φόρων επί κεφαλαιουχικών κερδών για το μέλλον, ως μέρος ενός προγράμματος αποεπενδύσεων που απαιτείται για να αναλάβουν τα καθήκοντά τους. Αν οι υποψήφιοι πωλήσουν τις μετοχές τους και επενδύσουν εκ νέου τα χρήματά τους σε ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου ή σε αμοιβαία κεφάλαια, τότε μπορούν να μεταθέσουν την πληρωμή των φόρων όταν πουλήσουν αυτά τα ομόλογα ή τα αμοιβαία κεφάλαια. Ομως σημειώστε το εξής: οι φόροι δεν μηδενίζονται. Κάποια στιγμή πληρώνονται με βάση την αξία των τελευταίων επενδύσεων.

Το σκεπτικό πίσω από αυτόν τον νόμο είναι να μην αναλαμβάνουν πλούσιοι ανώτατα κυβερνητικά αξιώματα. Για να αποκτήσουν πολιτική ισχύ, αναγκάζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα να ρευστοποιήσουν μέρος της κινητής περιουσίας τους.

Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Goldman Sachs Γκάρι Κον, που πρόσφατα διορίστηκε επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Οικονομίας, είναι υποχρεωμένος να πουλήσει τις μετοχές του στην Goldman Sachs. Ο Ρεξ Τίλερσον, που επέλεξε ο κ. Τραμπ για να ηγηθεί του υπουργείου Εξωτερικών, θα πουλήσει μετοχές στην ExxonMobil. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτές οι αποεπενδύσεις θα οδηγούσαν σε φόρους εκατ. δολαρίων. Αντ’ αυτού, θα επενδύσουν τα κεφάλαια σε αμερικανικά χρεόγραφα ή αμοιβαία κεφάλαια και έπειτα θα πληρώσουν φόρο κεφαλαιουχικών κερδών για αυτές τις επενδύσεις.

Ο Χένρι Πόλσον, πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs, είναι πιθανώς ο πιο γνωστός υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος που αξιοποίησε αυτήν την επιλογή για την πληρωμή κεφαλαιουχικών κερδών, όταν διορίστηκε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου. Τότε ο κόσμος σχολίαζε ότι ο κ. Πόλσον επωφελούνταν από τον νόμο που είχε ψηφιστεί επί κυβερνήσεως Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου.

Αυτή η φορολογική μεταχείριση εκλαμβάνεται ως μεγάλο όφελος για τους πλουσίους. Η κ. Γουόρεν και άλλα τρία μέλη της Γερουσίας, ο Σέλντον Γουάιτχαουζ από το Ρόουντ Αϊλαντ, η Τάμι Μπάλντουιν από το Ουισκόνσιν και η Νταϊάν Φέινσταϊν από την Καλιφόρνια, έχουν προτείνει νομοσχέδιο που περιορίζει τη δυνατότητα της αναβολής των κεφαλαιουχικών φόρων σε επενδύσεις μόνον ενός εκατ. δολαρίων, για να μην επωφελούνται δισεκατομμυριούχοι από τεράστιες ελαφρύνσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ