ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Διεθνές debate για το φοινικέλαιο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

Υπάρχουν πολλοί λόγοι να είναι ένας περιβαλλοντικά συνειδητοποιημένος πολίτης αρνητικός στη χρήση του φοινικέλαιου, καθώς για τη θηριώδη παραγωγή του καταστρέφονται δασικές εκτάσεις και οικοσυστήματα, που αποτελούν τα τελευταία καταφύγια για άγρια είδη ζώων που εξαφανίζονται.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενα νέο διατροφικό debate έχει αναπτυχθεί τους τελευταίους μήνες και αφορά το φοινικέλαιο, ένα βασικό συστατικό που χρησιμοποιεί η βιομηχανία τροφίμων σε εκατοντάδες προϊόντα. Υπάρχουν εκατοντάδες λόγοι να είναι ένας περιβαλλοντικά συνειδητοποιημένος πολίτης αρνητικός στη χρήση του φοινικέλαιου, καθώς για τη θηριώδη παραγωγή του καταστρέφονται δασικές εκτάσεις και οικοσυστήματα, που αποτελούν τα τελευταία καταφύγια για άγρια είδη ζώων που εξαφανίζονται (όπως ο ουρακοτάγκος και η τίγρη της Σουμάτρας). Διότι για τη βιομηχανική παραγωγή και μεταφορά του φοινικέλαιου δαπανώνται μεγάλες ποσότητες ενέργειας και εκπέμπονται μαζικά αέρια του θερμοκηπίου. Κι ακόμα, διότι όπου βιάζεται η φύση βασανίζεται ο άνθρωπος: η παραγωγή περίπου 50 εκατομμυρίων τόνων φοινικέλαιου (μια αγορά 44 δισ. δολαρίων) έχει συνδεθεί με πολλές καταγγελίες για καταπίεση ντόπιων πληθυσμών. Αλλά, βέβαια, η αντιπαράθεση που αναπτύσσεται σε πολλές χώρες της Ευρώπης και στη χώρα μας συνδέεται με τη διατροφική ασφάλεια και πιο συγκεκριμένα εάν η χρήση του φοινικέλαιου σε μια σειρά προϊόντων διατροφής μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη καρκίνου. Για μία ακόμη φορά ο καταναλωτής αισθάνεται αδύναμος, άσχετος και συχνά πανικόβλητος απέναντι σε προϊόντα που δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια τους και σε ουσίες που δεν μπορεί ούτε καν να τις προφέρει.

Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε όταν η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) τον Μάιο του 2016 δημοσίευσε τα ευρήματα έρευνας σχετικά με τους γλυκιδυλικούς εστέρες λιπαρών οξέων (GE), την 3-μονοχλωροπροπανοδιόλη (3-MCPD) και τη 2-μονοχλωροπροπανοδιόλη (2-MCPD). Πρόκειται για ουσίες που σχηματίζονται κατά την επεξεργασία των φυτικών ελαίων από τη βιομηχανία ελαίων σε υψηλές θερμοκρασίες γύρω στους 200 βαθμούς Κελσίου. Τα υψηλότερα επίπεδα των τριών αυτών ουσιών ανιχνεύθηκαν στο φοινικέλαιο, σε σχέση με άλλα φυτικά έλαια. H δρ Helle Knutsen, πρόεδρος της ομάδας εμπειρογνωμόνων της EFSA, CONTAM, δήλωσε πως «υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι η γλυκιδόλη είναι γονιδιοτοξικό και καρκινογόνο, ως εκ τούτου, η Ομάδα CONTAM δεν μπορεί να ορίσει ένα ασφαλές επίπεδο για τους GE». Η CONTAM σημείωσε πως υπάρχει μεγαλύτερη ανησυχία για την έκθεση στις ουσίες αυτές νεαρών ατόμων, ενώ ειδικά για τα βρέφη, υπογράμμισε πως η ανησυχία είναι «έως και δέκα φορές μεγαλύτερη από ό,τι συνολικά για τη δημόσια υγεία». Η EFSA ζήτησε να γίνουν παραπέρα έρευνες για τους GE, αλλά και για τα 3-MCPD και 2-MCPD, για τα οποία δεν είχε επαρκή στοιχεία. Δεν εισηγήθηκε τη λήψη μέτρων, καθώς δεν είναι αυτός ο ρόλος της. Αυτή είναι δουλειά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και άλλων ευρωπαϊκών οργάνων.

Περίπλοκη κατάσταση

Η τοποθέτηση της EFSA έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς, όπως έχει αποδειχθεί σε μια σειρά από επιλογές της μέχρι τώρα (όπως για παράδειγμα η θετική στάση της σε γενετικώς τροποποιημένα προϊόντα), δεν διακρίνεται για κάποια οικολογική υπερβολή. Τουναντίον... Κι όταν δημοσιεύει μια έκθεση που αφορά έως και το 40%-50% των τυποποιημένων προϊόντων διατροφής (από μπισκότα, σοκολάτες και γλυκίσματα, μέχρι πατατάκια και ζυμαρικά) και θίγει μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, τα πράγματα δεν είναι απλά. Ας σημειωθεί πως η επεξεργασία του φοινικέλαιου, σε θερμοκρασίες γύρω στους 200 βαθμούς Κελσίου, γίνεται για να αποβάλει την οσμή και το κόκκινο χρώμα του. Γιατί όμως οι εταιρείες επιμένουν στο φοινικέλαιο; Γιατί διαθέτει ιδιότητες ιδανικές για τη βιομηχανία (για παράδειγμα έχει υψηλότερο σημείο τήξης και δεν υγροποιείται εύκολα, ενώ απαιτεί μικρή έως καθόλου υδρογόνωση και παρατείνει τον χρόνο ζωής των προϊόντων), ενώ ταυτόχρονα είναι πιο οικονομικό: έχει κόστος 800 δολ./τόνο, ενώ το ηλιέλαιο κοστίζει 845 δολ./τόνο και η ελαιοκράμβη 920 δολ./τόνο. Παρότι από το 2007 είναι το πρώτο σε παραγωγή φυτικό έλαιο διεθνώς, την τελευταία 20ετία έχει δεχθεί σοβαρή κριτική από επιστημονικές και ιατρικές ενώσεις της Ευρώπης και των ΗΠΑ, που συσχετίζουν τα προϊόντα που το χρησιμοποιούν κυρίως με καρδιοπάθειες. Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε στην Ιταλία, όταν πέρυσι μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της χώρας, η Coop, απομάκρυνε περίπου 200 δικά της προϊόντα που περιείχαν φοινικέλαιο. Επίσης, η ιταλική βιομηχανία ζυμαρικών Barilla παρήγαγε palm oil free προϊόντα. Η απάντηση ήρθε από τη μεγάλη εταιρεία Ferrero, η οποία παράγει και το γνωστό προϊόν Nutella και η οποία υποστήριξε πως χρησιμοποιεί πιστοποιημένο φοινικέλαιο που προέρχεται από βιώσιμη παραγωγή και πως η επεξεργασία του γίνεται σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 200 βαθμών. Μάλιστα, η επεξεργασία αυτή, σύμφωνα με την εταιρεία, είναι πιο χρονοβόρα και κατά 20% ακριβότερη.

Ο καταναλωτής

Και ο καταναλωτής τι να κάνει και ποιον να πιστέψει; «Σε κάθε περίπτωση οδηγός μας πρέπει να είναι η αντίληψη της επισιτιστικής ασφάλειας, καταρχήν τρώγοντας ό,τι προέρχεται από την περιοχή και τη χώρα μας», σημειώνει η κ. Πολυξένη Νικολοπούλου-Σταμάτη, καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Περιβάλλον και Υγεία. Διαχείριση Περιβαλλοντικών Θεμάτων με Επιπτώσεις στην Υγεία». «Το φοινικέλαιο λειτουργεί ως ενδοκρινικός διαταράκτης, συνδέεται με την παχυσαρκία και σχετίζεται με πλήγματα στο ανοσοποιητικό, με υπογεννητικότητα και καρκινογενέσεις», σημειώνει η κ. Νικολοπούλου-Σταμάτη. Ας έχουμε τον νου μας...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ