Θόδωρος Κουλουμπής* ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗΣ*

Κυπριακό: πρόοδος ή αναπαλαίωση;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ο Κυπριακό παραμένει στην καρδιά –αν όχι στο μυαλό– του κάθε συμπολίτη μας τα τελευταία εξήντα έξι χρόνια. Είναι μια συνεχής αντιπαράθεση ανάμεσα στις ανταγωνιστικές έννοιες ιδεαλισμού και ρεαλισμού αντιστοίχως: ηρωισμός-σύνεση, δίκαιο-ισχύς, αυτάρκεια-εξάρτηση, επιθυμητό-εφικτό, Ανατολή-Δύση. Σήμερα βρισκόμαστε, σχεδόν σαράντα τρία χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974 (και την τραγική διχοτόμηση της Κύπρου), μπροστά σε άλλη μία ευκαιρία (δοκιμασία;) για την εξεύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Η κατάσταση είναι απολύτως ρευστή και οι αποφάσεις των ηγεσιών, εντός και εκτός Κύπρου, θα αποδειχθούν καθοριστικής σημασίας.

Στο σημερινό μου σχόλιο θα παραθέσω δύο σενάρια που αναφέρονται στο εσωτερικό της Κύπρου, και ένα σύντομο τρίτο που αφορά τους εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις εξελίξεις στη μεγαλόνησο:

Το πρώτο σενάριο, «μη λύση» και διατήρηση της σημερινής κατάστασης, είναι δυστυχώς το πιθανότερο. Οφείλεται στα εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα των δύο πλευρών. Υπάρχουν θετικά και αρνητικά στοιχεία σ’ αυτήν την προοπτική των εξελίξεων, από τη σκοπιά της ελλαδικής και ελληνοκυπριακής πλευράς. Στα θετικά της μη λύσης μπορούμε να συμπεριλάβουμε την εξασφάλιση της ανόθευτης ανεξαρτησίας των αποφάσεων της κυπριακής κυβέρνησης (με δεδομένη τη διεθνή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη συμμετοχή της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, την Ευρωζώνη και τον ΟΗΕ). Ιδιαιτέρως σημαντική, εδώ, είναι η μη αναγνώριση του ψευδοκράτους στον κατεχόμενο βορρά από όλα τα υπόλοιπα κράτη του πλανήτη, πλην της Τουρκίας. Σύμφωνα με ορισμένους πατριωτικούς κύκλους των Ελληνοκυπρίων, η δημιουργία μιας «χαλαρής διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας» μπορεί να απειλήσει ακόμη και την ταυτότητα του 80% των Ελλήνων της Κύπρου, με τη σταδιακή φθορά της γλώσσας και της θρησκείας τους. Στα θετικά –από αυτή τη σκοπιά– προστίθεται και ο παράγοντας «ελπίδα». Ελπίδα, ότι η σημερινή εσωτερική αστάθεια στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και η αμφιλεγόμενη στάση του Ταγίπ Ερντογάν στον διεθνή προσανατολισμό της χώρας του, ανοίγουν μελλοντικές ευκαιρίες για μια καλύτερη και λογικότερη λύση.

Από την άλλη πλευρά του διλήμματος, υπάρχουν πολλά και σοβαρά αρνητικά στοιχεία στη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Μια απλή απαρίθμηση είναι άκρως απογοητευτική για τα συμφέροντα του Ελληνισμού: Παραμονή των σαράντα χιλιάδων του τουρκικού στρατού στα κατεχόμενα, συνεχιζόμενη αύξηση Τούρκων εποίκων σε βάρος των γηγενών Τουρκοκυπρίων, παγίωση της ντε φάκτο διχοτόμησης, έναρξη μιας διαδικασίας αναγνωρίσεων του ψευδοκράτους, περαιτέρω αλλοίωση της πληθυσμιακής αναλογίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, και –κυρίως– μη επιστροφή εδαφών και περιουσιών (στις περιοχές Μόρφου και Αμμοχώστου) που προϋποθέτει μια αμοιβαία αποδεκτή λύση του κυπριακού προβλήματος. Αντιθέτως, μια σχετικά θετική πλευρά της υπό διαπραγμάτευση λύσης (για τους Ελληνοκυπρίους) αφορά την αποδοχή επιστροφής εδαφών από την τουρκοκυπριακή πλευρά, που –σύμφωνα με τον χάρτη που κατέθεσαν οι Τουρκοκύπριοι– περιορίζει την τουρκοκυπριακή ομόσπονδη οντότητα από το σημερινό 37% στο 29% του κυπριακού εδάφους. Παράλληλη εδώ είναι και η ελληνοκυπριακή πρόταση του 28% για τα μελλοντικά εδάφη της τουρκοκυπριακής οντότητας. Προφανώς, ύστερα από κάποια πρόσθετη διαπραγμάτευση, οι δύο πλευρές μπορούν να φθάσουν σε μια αμοιβαία αποδεκτή εδαφική οριοθέτηση των μελλοντικών οντοτήτων της Κυπριακής Ομοσπονδίας. Βεβαίως υπάρχει μεγάλο κέρδος και για τους Τουρκοκυπρίους, που θα είναι η επίσημη ένταξή τους (ως συνιστώσας ενιαίου κράτους) στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στη ζώνη του Ευρώ. Θα φέρει, επίσης, τη σταδιακή απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων, και την ουσιαστική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων σε μια χώρα με τεράστια προοπτική – ως ενεργειακού κόμβου της Ευρώπης στην ανατολική Μεσόγειο. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, η «κοινή γλώσσα εργασίας» σε ομοσπονδιακό επίπεδο θα είναι η αγγλική! Και αυτό και μόνο θα προβληματίσει πολλούς Ελληνοκυπρίους.

Σε περίπτωση εξεύρεσης λύσης θα παραμείνουν αρκετά πρόσθετα αγκάθια, με ανάλογες τριβές και αμφισβητήσεις. Για παράδειγμα, το υπάρχον καθεστώς των εγγυητριών δυνάμεων και η παραμονή τουρκικών (αλλά και ελληνικών) στρατευμάτων στην Κύπρο δεν συνάδει με την ιδιότητα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για το παρεμπίπτον θέμα περί του μέλλοντος των βρετανικών βάσεων, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει φροντίσει να εξασφαλίσει το καθεστώς κυρίαρχου βρετανικού εδάφους με τις ιδρυτικές συνθήκες της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Αρκετά, δυστυχώς, ερωτήματα θα εξακολουθήσουν να αιωρούνται (μετά μια υποθετική λύση). Για παράδειγμα, και πάλι, συμφέρει την Κύπρο μια ισχυρή ή μια διακοσμητική κεντρική κυβέρνηση της προτεινόμενης Κυπριακής Ομοσπονδίας; Και πώς θα ψηφίσουν οι πολίτες της Κύπρου στον βορρά και τον νότο της μεγαλονήσου στα επιβεβλημένα δημοψηφίσματα;

Για το τρίτο σενάριο, που αφορά τους εκτός Κύπρου παράγοντες, η σημερινή κατάσταση είναι –επιεικώς– ρευστή: Οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις βρίσκονται σε μεταβατική κατάσταση (η Ελλάδα λόγω της παρατεταμένης οικονομικής της κρίσης, η Βρετανία λόγω του βασανιστικού ερωτήματος περί της υλοποίησης του Brexit, και η Τουρκία που επιπλέει στα απόνερα του πρόσφατου στρατιωτικού πραξικοπήματος). Η Μέση Ανατολή θα συνεχίσει να φλέγεται, με τραγικό επίκεντρο την ερειπωμένη Συρία και τον ηφαιστειακό περίγυρό της. Η Ρωσία θα προχωρήσει αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στον ρόλο της μεγάλης (άρα ικανοποιημένης) δύναμης και αυτόν του περιφερειακού αναθεωρητισμού. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, πέρα από τη βρετανική αποχώρηση και τις οικονομικές αναταράξεις στον Μεσογειακό της χώρο, αντιμετωπίζει ήδη έντονες τάσεις εθνικιστικής και αποσχιστικής έξαρσης από ακροδεξιές κινήσεις σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ολλανδία, η Πολωνία, η Ουγγαρία, και αλλού, τις οποίες το εκρηκτικό προσφυγικό πρόβλημα έχει επικίνδυνα ενισχύσει. Και, τέλος, ο αμφίθυμος νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο κ. Ντόναλντ Τραμπ, ξεφεύγει από την ικανότητα πρόβλεψης που διαθέτουν οι κάθε λογής πολιτικοί αναλυτές.

Αν δεχθούμε όλα τα συν και πλην παραπάνω, συμπεραίνω ότι η πιο στέρεη επιλογή της Κύπρου –με ή χωρίς τη λύση– είναι η παραμονή της στο αγκυροβόλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης!

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ