ΒΙΒΛΙΟ

Οι κόρες του Ισραήλ

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ
Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ
εκδ. Πατάκη

​Αλίζα, μια νεαρή φοιτήτρια από το Τελ Αβίβ, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Επιστρέφει, αν και δεν έχει ξαναδεί αυτή την «πανάρχαια θαλασσινή πολιτεία». Η πόλη του 2012, πεισματικά βουβή, αμετανόητα αμνήμων, μολονότι έχει θάψει από καιρό τα ίχνη του πολυσυλλεκτικού της παρελθόντος, της αποκαλύπτει τελικά τη μακρινή της συγγένεια με την πανάρχαια θάλασσά της. Στα μάτια της Αλίζα κυμάτιζε «ένα παμπάλαιο ξεχασμένο αεράκι από τις ιβηρικές ακτές» και όταν αντίκρισε την παραλία, ένιωσε πως ο Θερμαϊκός, το Αιγαίο και η Μεσόγειος εξέβαλλαν «σε μία και μοναδική θάλασσα», στη θάλασσα αυτής της πόλης που ήταν και δική της.

Η Ελενα Χουζούρη εκμεταλλεύεται πολύ διακριτικά κάθε πτυχή της μυθοπλασίας, προκειμένου να συναντηθεί με τα πολυθρύλητα φαντάσματα της Θεσσαλονίκης. Την προσοχή της μονοπωλεί η συγκρουσιακή σχέση μεταξύ μνήμης και λήθης, που προοδευτικά μεγεθύνεται σε διερώτηση σχετικά με την ηθική του βλέμματος και το χρέος που βαρύνει τη συλλογική συνείδηση για τη μνημείωση της ενοχής. Φροντίζοντας να απαλλάξει την αφήγησή της από κατάφωρες μομφές, υποδεικνύει την ολιγωρία της πόλης έναντι ενός αδήριτου για το πάσχον παρόν παρελθόντος.

Η εισαγωγική σκηνή προοικονομεί τη δύσβατη περιπλάνηση στον προγονικό τόπο. Σκιές, που όμως έχουν και σάρκα και οστά, βεβηλώνουν το μνημείο του Ολοκαυτώματος. Σκιές, φάσματα αγαπημένων, κυκλώνουν και την Αλίζα, η οποία περιδιαβαίνει μια πόλη που βιάστηκε να αφανίσει τους χαμένους, αποζητώντας σημεία ζωής πεφιλημένων νεκρών, της γιαγιάς της Λούνα, του προπάππου της Ιακώβ, του θείου Αβραάμ, μονάκριβου στη μνήμη της, καθότι διφυής. Αλλοτε είναι ο πατριάρχης της οικογένειάς της, ο πατέρας του Ιακώβ, και άλλοτε ο εμβληματικός σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγια. Αλλωστε, διάχυτη και διαπερατή είναι και η δική της ταυτότητα, την οποία η Χουζούρη αρνείται να εγκλείσει σε ένα και μόνο επίθετο.

Οσο περπατάει στη Θεσσαλονίκη, η ηρωίδα μυείται «στα μυστικά μιας παράξενης καταγωγής». Με μοναδικό σημείο αναφοράς τα ενθύμια στο «απόκρυφο κουτί» της Λούνα, η Αλίζα εισέρχεται βαθμιαία σε μια μακρά γενεαλογική γραμμή, κατά μήκος της οποίας ανακτούν το νόημα, τη μυρωδιά και το ηχόχρωμά τους οι αναμνήσεις της γιαγιάς της. Τη θυμάται να της τραγουδά, να της μαγειρεύει σεφαραδίτικες λιχουδιές και να της λέει παραμύθια στα λαντίνο, μια γλώσσα που τη βύθιζε «σ’ έναν ύπνο γλυκό σχεδόν μελωδικό, αν φανταστούμε έναν ύπνο να πλέει μέσα σ’ ένα κύμα από πανάρχαιες συλλαβές».

Μαγεμένη καθώς είναι από τη μέθεξη, η Αλίζα δεν δυσκολεύεται να συναντήσει τη Λούνα κάτω από μια καστανιά στο Πάικο το 1944 και να εισδύσει στη νωπή, ακόμα, μνήμη της νεαρής κοπέλας με τη στρατιωτική στολή του ΕΛΑΣ, για να δει από μέσα όσα ισοβίως θα θυμάται η γιαγιά της. Καθισμένη δίπλα της, η Αλίζα βλέπει και εκείνη τη Θεσσαλονίκη να αλλάζει, να ενδίδει στο μίσος και τον φόβο, να γίνεται κίτρινη από τα ραμμένα αστέρια· βλέπει τα πρώτα πογκρόμ εναντίον των Εβραίων, τις τοιχοκολλημένες αφίσες με τις διαταγές των ναζί, βλέπει τους Χριστιανούς να καταδίδουν τους γείτονές τους. Υστερα μπαίνει στο γκέτο του Χιρς και ακούει τον προπάππου της τον Ιακώβ, να προετοιμάζει τη, ματαιωμένη εντέλει, έξοδο, ψάλλοντας αντί βιβλικών προσευχών σεφαραδίτικα τραγούδια· και αναπόφευκτα διακρίνει τη Λούνα μες στην πομπή προς τα τρένα για να τη χάσει, όμως, αμέσως από τα μάτια της, γιατί η γιαγιά της κατέφυγε στο Βουνό προκειμένου να συμμετάσχει, όπως πολλοί Ελληνες Εβραίοι, στην Αντίσταση, υπερασπιζόμενη μια πατρίδα, την οποία δεν θα ξαναβρεί παρά μόνο στο Ισραήλ.

Ολη η σημασία του μυθιστορήματος έγκειται στην «ηθική της μνήμης», την οποία η Χουζούρη στοχάζεται έχοντας μελετήσει σοβαρά τη διακεκαυμένη θεματική της. Η ευαισθησία του βλέμματός της, που βλέπει όσα της «επιτρέπουν ο χρόνος και ο σεβασμός σ’ αυτόν» να δει, αντιμετριέται με την απόφαση της γραφής να μην ξεχάσει απολύτως τίποτα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ