ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Τα υπαρξιακά διλήμματα μιας φωτογράφου

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

Oι γυναίκες-πρόσφυγες στις φωτογραφίες της Μυρτούς Παπαδοπούλου κοιτάζουν κατάματα τον φακό της. Είναι ακίνητες, αλλά στην αγκαλιά τους ή ανάμεσα στα πόδια τους τα παιδιά τους δεν μπορούν να καθίσουν ήσυχα. Τα τρυφερά πορτρέτα και οι συνταρακτικές ιστορίες των ηρωίδων της, που φιλοξενήθηκαν στο National Geographic, αποτέλεσαν την αφορμή για τη συζήτησή μας. 

– Σε προβληματίζει ο κίνδυνος φωτογραφικής «μπαναλοποίησης» του προσφυγικού ζητήματος; Η αναπαραγωγή, δηλαδή, φωτογραφικών κλισέ που απειλούν να σβήσουν τη συγκίνηση και να προκαλέσουν τελικά ανία στην κοινή γνώμη; 

– Συμβαίνει ήδη αυτό και είναι κάπως νομοτελειακό. Από την άλλη, οι φωτογράφοι ήταν εκείνοι που εξήγησαν την προσφυγική κρίση στη διεθνή κοινή γνώμη. Η εικόνα διαδραμάτισε τεράστιο ρόλο, όχι τόσο το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Υπάρχει όντως αυτός ο κίνδυνος, αλλά γι’ αυτό ξεχωρίζουν οι φωτογράφοι που κάνουν κάτι διαφορετικό. Πιστεύω ότι γι’ αυτό έχουν σημασία οι προσωπικές ιστορίες. 

– Θα έβγαζες μια φωτογραφία σαν αυτή του μικρού Αϊλάν;

– Δεν ξέρω αν θα την έβγαζα. Δεν ξέρω τι θα έκανα. Νομίζω ότι η πρώτη μου αντίδραση θα ήταν να βουτήξω να βγάλω το παιδί από τη θάλασσα, να το πάρω στην αγκαλιά μου. Να το βάλω σε ένα πιο ανθρώπινο πλαίσιο. Και όχι να βγάλω τη φωτογραφία. 

– Μια άλλη εμβληματική φωτογραφία ήταν αυτή του Ρώσου πρέσβη στην Αγκυρα νεκρού με τον δράστη δίπλα του να προτάσσει το πιστόλι του μπροστά από τα έργα τέχνης στην έκθεση που επρόκειτο να εγκαινιάσει ο διπλωμάτης. 

– Αυτή την κίνηση του φωτογράφου την καταλαβαίνω πιο πολύ. Γιατί ως φωτογράφος βρίσκεσαι εκεί για να κάνεις τη δουλειά σου, οπότε αντανακλαστικά, σχεδόν αυτιστικά, συνεχίζεις να τραβάς. Αυτό θα μου έβγαινε πιο φυσικά, θα ήταν μάλλον η πρώτη μου αντίδραση. 

– Εχεις βρεθεί ποτέ σε τέτοιου είδους διλήμματα;

– Απειρες φορές. Κι αυτό με δυσκολεύει. Γιατί θέλω πάντα να προστατεύω την αξιοπρέπεια του θέματός μου. Πιστεύω, έχει σημασία ότι είμαι γυναίκα. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι ένας άνδρας θα τραβούσε στη θέση μου. Εγώ δεν μπορώ. Εχω μεγαλύτερη ενσυναίσθηση. Η πρώτη μου αντίδραση είναι να βοηθήσω, όχι να φωτογραφίσω. Κι αφού βεβαιωθώ ότι είναι καλά, μετά να βγάλω τη φωτογραφία. Δηλαδή, θα έχω χάσει όλη την ιστορία. (Γελάμε.)

– Αισθάνομαι ότι η δουλειά σου «The attendants» για τον αγοραίο έρωτα, που ξεκίνησε το 2010 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, σαν να έχει αγριέψει με τα χρόνια. Αρχισε με κάποια υπαινικτικά στιγμιότυπα από τη βιομηχανία του σεξ και κάποιες από τις τελευταίες φωτογραφίες έχουν κάτι ιδιαίτερα σκληρό, σχεδόν σοκαριστικό. 

– Οταν δουλεύεις ένα θέμα, όπως και όταν γράφεις ένα βιβλίο, περνάς από διάφορα στάδια. Κι εγώ η ίδια πέρασα από διάφορα στάδια. Μια εξερεύνηση προσωπική, σεξουαλική, που αφορούσε συνολικά τη σχέση μου με τον ανδρικό φύλο. Πλέον αυτό το πρότζεκτ μου δεν αφορά μόνον την πορνεία, αλλά τον έρωτα και το σεξ συνολικά. 

– Αναρωτιέμαι πώς αποκτάς πρόσβαση σε τέτοια θέματα. Αυτή η αθώα φατσούλα πώς μπαίνει μέσα στους οίκους ανοχής; Πώς σε εμπιστεύονται; Ή μήπως ακριβώς εξαιτίας αυτού του προσώπου; 

– Κατ’ αρχάς, έχω περάσει χρόνια εκεί. Ζητάω άδεια. Κάποιες φορές δεν έχω φωτογραφίσει τους ανθρώπους που έχω γύρω μου. Και σκέφτηκα άλλους τρόπους για να πω την ιστορία τους. Τους έβαζα να γράφουν ή μόνο τους ηχογραφούσα. Βρήκα έτσι τους πρωταγωνιστές μου. Κάποιοι, λίγοι, είναι φίλοι μου. Ενδιαφέρομαι γι’ αυτούς. Μέσα από αυτές τις δουλειές καταλαβαίνεις βέβαια τα όριά σου. Εκείνοι δίνουν μέχρι ενός σημείου τον εαυτό τους κι εγώ αντίστοιχα τον δικό μου. 

– Ναι, το σκεφτόμουν αυτό και για τη δουλειά σου με τους πρόσφυγες. Εχεις ποτέ την αγωνία ότι συμμετέχεις σε ένα peep show πόνου, είσαι απέναντί τους, βγάζεις τις φωτογραφίες σου και μετά επιστρέφεις σπίτι σου, μια χαρά; 

– Αυτό δεν ισχύει. Οτιδήποτε κάνεις με τέτοιο βάθος είναι αδύνατο να μη σε επηρεάσει. Ειδικά το έργο μου για το αγοραίο σεξ είχε άμεση επίπτωση στη ζωή μου, στη σχέση μου. Το ίδιο ισχύει και με τους πρόσφυγες. Φιλοξενώ στο σπίτι μου ένα ζευγάρι. Εδώ και μήνες δουλεύουμε μαζί, προσπαθώ να τους βοηθήσω. 

– Πώς συνεργάζεστε;

– Να, π.χ., με μια κοπέλα που συνάντησα σε έναν καταυλισμό γίναμε φίλες και όποτε μπορώ της δίνω δουλειά, μεταφραστική. Ηταν από τη Μυρσίνη, από τη δουλειά μου με τις γυναίκες. 

– Δεν έχεις ενοχή δηλαδή;

– Φυσικά, η ζωή μου είναι ένας άλλος κόσμος, αλλά δεν έχω τύψεις, όχι. Γιατί δεν θα γίνω πλούσια ποτέ από τη δουλειά μου. Εχει τόσο προσωπικό κόστος όλο αυτό. Είναι τόσο πλούσιες οι εμπειρίες που έχω αποκτήσει, έχω μάθει τόσο πολλά πράγματα, θα αδικούσα τον εαυτό μου αν υποβάθμιζα όλη αυτή την προσπάθεια με αυτόν τον τρόπο. 

– Πώς βιοπορίζεται, όμως, ένας φωτογράφος; 

– Κοίτα, είμαι στην Ελλάδα τα τελευταία επτά χρόνια και δουλεύω αποκλειστικά για ξένα ΜΜΕ. Οι ελληνικές δουλειές μου είναι πιο καλλιτεχνικές, αναθέσεις από μουσεία, π.χ., οπότε κάπως επιβιώνω. Η αλήθεια είναι ότι ο μόνος λόγος που είμαι εδώ είναι πως υπάρχει ευρύ δημιουργικό πεδίο. 

– Η κρίση ήταν λοιπόν ευκαιρία για το συγκεκριμένο επάγγελμα; Νομίζω, αναδείχθηκε μια νέα γενιά φωτογράφων· κάτι αντίστοιχο, ας πούμε, με το greek weird wave στον κινηματογράφο. 

– Σαφώς. Και αποδείξαμε στη διεθνή σκηνή πόσα μπορούμε να πετύχουμε. 

– Υπάρχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ αυτής της νέας γενιάς;

– Ολοι πάνω - κάτω στην ίδια φάση είμαστε. Και εγώ δουλεύω συχνά και ως φωτορεπόρτερ από τη στιγμή που δημοσιεύω στον Τύπο. Απλώς στόχος μου είναι να δουλεύω τις ιστορίες σε βάθος και σε χρόνο. 

Η πορεία της

Η Μυρτώ Παπαδοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Ολοκλήρωσε με υποτροφία τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Διεθνές Kέντρο Φωτογραφίας της Νέας Υόρκης, ενώ το 2013 διακρίθηκε από το Magenta Foundation και ανακηρύχθηκε νέα φωτογράφος της χρονιάς. Στο έργο της με τίτλο «The Attendants» διερεύνησε το ευαίσθητο θέμα της εμπορίας γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση στην Ελλάδα της κρίσης και δημιούργησε καλλιτεχνικά εργαστήρια με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους. Συνεργάζεται κυρίως με διεθνή ΜΜΕ: Time Magazine, Le Monde, Die Zeit, National Geographic, The Guardian, WSJ, Lens των New York Times.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ