ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Συμπεράσματα διαλόγου για φορολογικούς συντελεστές, ανάπτυξη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από τις φιλόξενες στήλες της «Καθημερινής», τις τελευταίες εβδομάδες δημοσιεύθηκαν άρθρα ενός γόνιμου διαλόγου με παράθεση πολλών στοιχείων εκατέρωθεν από επιστημονικές μελέτες, για τη σχέση των φορολογικών συντελεστών στις επιχειρήσεις με την ανάπτυξη της οικονομίας.

Το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει –και με αυτό κλείνουμε από την πλευρά μας το σερί των απαντήσεων στην κ. Μπακογιάννη και στη Ν.Δ.– είναι ότι οι διαφορές των απόψεων είναι σημαντικές. Συγκεκριμένα:

Κοινή είναι η αποδοχή ότι η αύξηση της φορολογίας επιβαρύνει την οικονομική ανάπτυξη. Η διαφωνία έγκειται (α) στο αν αναπτυξιακά είναι μεγαλύτερη η αρνητική επίπτωση της αύξησης της φορολογίας από τη μείωση των δαπανών και (β) στο πότε, πόσο και σε ποιες κατηγορίες φόρων αξίζει κανείς να μειώσει τη φορολογία εφόσον δημοσιονομικά έχει το περιθώριο. Η κ. Μπακογιάννη, όταν επικαλείται τον φορολογικό ανταγωνισμό στην Ε.Ε. για να στηρίξει τη θέση της Ν.Δ. για άμεση μείωση των φορολογικών συντελεστών, φαίνεται να ξεχνά ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα-μέλος που έφθασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας χάρις στις πολιτικές Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ και σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η επιχειρηματολογία της φιλελεύθερης σχολής από την οποία αντλεί επιχειρήματα η κ. Μπακογιάννη βασίζεται σε μελέτες (freshwater) οικονομολόγων κυρίως της σχολής του Σικάγου, ενώ εμείς παρουσιάσαμε μελέτες που βασίζονται σε (saltwater) οικονομολόγους κυρίως των σχολών του Berkeley και του Harvard.

Η φιλελεύθερη σχολή βασίζεται σε αποτελέσματα ερευνών πριν την παγκόσμια κρίση του 2008-2009. Είναι χαρακτηριστικό πως και οι τρεις παραπομπές σε διεθνείς πηγές που κάνει η κ. Μπακογιάννη στο τελευταίο άρθρο της, για να στηρίξει την άποψη της Ν.Δ. ότι η μείωση των δαπανών είναι λιγότερο υφεσιακή και άρα προτιμότερη από την αύξηση των φόρων, δημοσιεύθηκαν το διάστημα 2008-2010 και αναφέρονται σε δεδομένα προηγούμενων χρονικών περιόδων.

Αντιθέτως, εμείς παρουσιάσαμε αποτελέσματα ερευνών μετά την παγκόσμια κρίση που αποδεικνύουν την αναποτελεσματικότητα των παλαιών πολιτικών. Επίσης, παρουσιάσαμε τις πιο πρόσφατες μετρήσεις για τους πολλαπλασιαστές δαπανών και φόρων από έγκυρους διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΚΤ και ο ΟΟΣΑ, που χρησιμοποιούνται επισήμως για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, τις οποίες η άλλη πλευρά συστηματικά αγνοεί. Χαρακτηρίσαμε καταστροφική την πολιτική των Μνημονίων –τα οποία αν και δεν ήταν η αρχική αιτία της κρίσης, την παρόξυναν επικίνδυνα και αχρείαστα– μέσω της μείωσης κυρίως των δαπανών (βλέπε πίνακα) που προκάλεσε πρωτοφανή παγκοσμίως ύφεση σε μια χώρα. Πρόκειται για γεγονός που αναγνωρίζει ακόμα και το ΔΝΤ (βλ. έκθεση του Independent Evaluation Office), όταν η άλλη πλευρά υπεραμύνεται των Μνημονίων τονίζοντας ότι «...η ελληνική οικονομία ήταν σε ύφεση και η κρίση έφερε τα μνημόνια».

Δώσαμε έμφαση στο υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως προκύπτει από τις ετήσιες έρευνες της ΕΚΤ (Survey on the Access to Finance of Enterprises) αλλά και Ενώσεων Επιχειρήσεων στην Ελλάδα, που είναι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση και το κόστος της χρηματοδότησης. Η άλλη πλευρά δεν βρήκε χώρο ούτε για μία πρόταση επί του θέματος. Η συγκεκριμένη διαφορά είναι μεγάλης σημασίας, αν θυμηθούμε τον τρόπο χρηματοδότησης των επιχειρήσεων στο παρελθόν μέσω ενός πελατειακού και άνισου συστήματος (το οποίο κατέληξε σε θαλασσοδάνεια και τραπεζική κρίση).

Επιδιώκουμε τη δημιουργία υγιούς, αποτελεσματικού και δίκαιου επιχειρηματικού περιβάλλοντος, σε αντίθεση με αυτό που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, όπου κυριαρχούσαν τα γραφειοκρατικά στεγανά και η διαφθορά. Δεν είμαι βέβαιος πως η άλλη πλευρά συμφωνεί με αυτό όταν μιλά για φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Η μείωση της δημόσιας δαπάνης στην Ελλάδα της κρίσης άγγιξε το 25%, που μεταφράζεται σε 31,1 δισ.

Ο διάλογος ανέδειξε τελικά την ιδεολογική διαφορά της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής από τον φιλελευθερισμό που εκπροσωπεί η άλλη πλευρά.

Η νεοφιλελεύθερη άποψη είναι ότι ανάπτυξη θα έρθει από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών στις επιχειρήσεις, δηλαδή την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Η άποψη αυτή διαψεύδεται από τα αποτελέσματα των εμπειρικών μελετών αλλά και της κακής εγχώριας εμπειρίας για το πώς λειτούργησε το σύστημα στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η πολιτική της κυβέρνησης προσβλέπει σε ένα σύστημα που θα λειτουργεί σε ένα υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον, με πρόσβαση όλων των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, με μείωση του κόστους χρηματοδότησης στα επίπεδα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, με μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων στον σωστό χρόνο, με στόχο πάντα τη δίκαιη ανάπτυξη για όλες τις ομάδες του πληθυσμού.

Κλείνοντας θέλω να τονίσω και πάλι πως προϋπόθεση για να υπάρξουν σημεία σύγκλισης μεταξύ των δύο πλευρών είναι η αναγνώριση/αποδοχή της πραγματικότητας. Η οποία δυστυχώς απουσιάζει από την κ. Μπακογιάννη και τη Ν.Δ. που βλέπουν μόνον ύφεση, καταστροφή και χάος.

Παράδειγμα πρώτο, στο άρθρο της «Χαμένοι στη μετάφραση» («Κ» 29/1/2017), ενώ θεωρεί «αναμενόμενη» την κάμψη των επενδύσεων την περίοδο 2011-2014 επί Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, ισχυρίζεται πως «οι επενδύσεις σημείωσαν δραματική καθίζηση το 2015 όταν η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, καθώς κορυφώθηκε η ανερμάτιστη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς που κόστισε στη χώρα 86 δισ. ευρώ».

Ομως, η αλήθεια είναι πως το 2015 η μεν οικονομία έμεινε ουσιαστικά στάσιμη (-0,2% το ΑΕΠ), οι δε επενδύσεις σταμάτησαν να υποχωρούν (0% μεταβολή) όταν, αντιθέτως, την προηγούμενη τριετία (2012-2014) σημείωσαν πράγματι μία «δραματική καθίζηση» της τάξεως του -33%! Τα 86 δισ. ευρώ –στην πραγματικότητα 64 δισ. μέχρι στιγμής– που ήταν το νέο δάνειο των θεσμών βάσει του Προγράμματος, δεν ήταν το κόστος της διαπραγμάτευσης αλλά των ληξιπρόθεσμων χρεών που κληροδότησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις στη χώρα και στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επίσης, χάρις στην «ανερμάτιστη διαπραγμάτευση» πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 23,8 δισ. που είχε τάξει στους θεσμούς η κυβέρνηση Σαμαρά για την τριετία 2015-2017 (βλ. έκθεση ΔΝΤ Ιουνίου 2014 για β΄ Μνημόνιο), περιορίστηκαν σε 3,7 δισ. από την κυβέρνησή μας.

Παράδειγμα δεύτερο, η κ. Μπακογιάννη επικαλείται την τελευταία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής που εκτιμά ότι η υπερφορολόγηση θα μειώσει τελικά τα έσοδα των άμεσων κι έμμεσων φόρων τόσο συγκριτικά με τους στόχους όσο κι ως προς τις επιδόσεις των περασμένων ετών. Ευτυχώς για τη χώρα, η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το σύνολο του 2016 τους διαψεύδει, αφού άμεσοι κι έμμεσοι φόροι υπεραπέδωσαν.

Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα στην οικονομία πάνε καλά. Ομως, η παραγνώριση ή και στρέβλωση των όποιων θετικών επιδόσεων οδηγεί στη στείρα καταστροφολογία και τερματίζει άδοξα κάθε γόνιμο διάλογο.

* Ο κ. Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ