ΘΕΑΤΡΟ

«Σαν τα χερσοτόπια του Γιόρκσαϊρ...»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Τα “Ανεμοδαρμένα ύψη” της Εμιλι Μπροντέ», λέει ο Γιώργος Γλάστρας, ο Χίθκλιφ της παράστασης, «είναι ταυτόχρονα ρομαντικό μυθιστόρημα, σκοτεινό, σε κάποια σημεία του θρίλερ, ψυχολογικό. Υπάρχει μια γκάμα θεμάτων, όπως η οικογένεια, η φύση, οι σχέσεις των δύο φύλων, η μοναξιά, η παιδική ηλικία, οι κοινωνικές τάξεις, το ξένο, η προδοσία, η εκδίκηση, ο θάνατος, η εμμονή».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στα εφηβικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη πήγαινε τόσο συχνά στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος που οι ηθοποιοί –ανάμεσά τους και η Λυδία Φωτοπούλου– τον άφηναν πολλές φορές να τρυπώνει στα παρασκήνια. Από εκεί παρακολουθούσε κρυφά τις παραστάσεις 20 και 25 φορές. Ηταν τα χρόνια που το θέατρο διηύθυνε ο Μίνως Βολανάκης. Εκεί ο Γιώργος Γλάστρας, ένας από τους πιο εκφραστικούς και μορφωμένους ηθοποιούς της γενιάς του, χαρισματικός και άλλο τόσο μετρημένος, πρωτοείδε παραστάσεις του Γιάννη Χουβαρδά, του Δημήτρη Μαυρίκιου και του Ανδρέα Βουτσινά και γνώρισε πολλούς από τους μελλοντικούς του συναδέλφους. Το θέατρο στα μάτια του ήταν κάτι περισσότερο από έναν παράξενο κόσμο, που άλλωστε τον μαγνήτιζε από μικρό παιδί.

Σήμερα μιλάει με μια κρυφή συγκίνηση για την επιστροφή στο ΚΘΒΕ. Αυτή τη φορά δεν είναι θεατής ούτε μαθητής της Δραματικής Σχολής αλλά πρωταγωνιστής στη σκηνή. Συγκεκριμένα, στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, όπου από χθες παίζονται τα «Ανεμοδαρμένα ύψη», το πιο πολυδιαβασμένο έργο της αγγλικής λογοτεχνίας και μία από τις μεγαλύτερες ιστορίες αγάπης και εκδίκησης, σε μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού. Διασκευή που, αντίθετα με εκείνες που συνηθίζονται στις κινηματογραφικές μεταφορές, διατηρεί όλες τις ιστορίες του μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημα της Εμιλι Μπροντέ τα περιέχει όλα: ανεκπλήρωτους έρωτες, πάθη, βία, εκδίκηση. «Είναι ταυτόχρονα ένα ρομαντικό μυθιστόρημα, σκοτεινό, σε κάποια σημεία του θρίλερ, ψυχολογικό. Υπάρχει μια γκάμα θεμάτων όπως η οικογένεια, η φύση, οι σχέσεις των δύο φύλων, η μοναξιά, η παιδική ηλικία, οι κοινωνικές τάξεις, το ξένο, η προδοσία, η εκδίκηση, ο θάνατος, η εμμονή. Είναι ένα αίνιγμα αυτό το μυθιστόρημα που σε συνεπαίρνει σαν τον άνεμο αλλά δεν αποκαλύπτει πλήρως τα στοιχεία του. Θα πρότεινα σε όλους να το ξαναδιαβάσουν και σε μεγαλύτερη ηλικία. Κι εγώ είχα μείνει με μια εφηβική ρομαντική αίσθηση» λέει ο Γ. Γλάστρας.

Μας ανυψώνουν

Εργα όπως τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» είναι κείμενα που αγαπά το κοινό. «Μας έχουν βομβαρδίσει με μια καθημερινότητα που μας τυραννάει και δεν αφήνει κανένα άνοιγμα ψυχικό. Ο λόγος που κυριαρχεί είναι βάναυσος, οικονομικός, επιχειρηματικός... Αυτά τα έργα έχουν τέτοια δύναμη γιατί βλέπουν τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, από μια απόσταση, μας ανυψώνουν. Το έχουμε ανάγκη». Αλλωστε και η καθημερινότητα που ζούμε δεν είναι εύκολη. «Είναι απελπιστική και λίγο τρομακτικά τα προγνωστικά αλλά δεν έχουμε κάτι άλλο...». Ομως, και στο θέατρο η κατάσταση δεν είναι ευχάριστη, παρότι συνηθίσαμε να λέμε ότι ανθεί. «Μπορεί να ανθεί γιατί ασχολείται με την ψυχή του ανθρώπου και εμείς έχουμε ανάγκη έναν εμψυχωτή, έναν παρηγορητή. Αλλά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται άνθρωποι που το υπηρετούν είναι σαν τα χερσοτόπια του Γιόρκσαϊρ».

Από τους ηθοποιούς που έχουν δουλέψει στο εξωτερικό (ένα χρόνο στην Αμερική και οκτώ χρόνια στο Λονδίνο, όπου εκτός από τις σπουδές του έκανε συνεργασίες στο θέατρο και στην τηλεόραση), δεν σκέφτεται να φύγει οριστικά. «Οι εργασιακές συνθήκες ομολογουμένως είναι καλύτερες στην Ευρώπη αλλά η ίδια η ουσία της δουλειάς μας είναι ο λόγος και η σχέση λόγου και συναισθήματος έχει ένα πεπερασμένο όταν μπαίνει σε μια ξένη γλώσσα». Είναι πάντως ευχαριστημένος που του δίνεται η δυνατότητα του εξωτερικού αρχικά με τις παραστάσεις του Γιάννη Χουβαρδά, του Μπομπ Γουίλσον, τις συνεργασίες με τον Γιάννη Καλαβριανό στη Γερμανία όπως ήταν η παραγωγή «Γιοι και κόρες» που ξεκίνησε από το Ελληνικό Φεστιβάλ, την παράσταση «David’s Formidable Speech on Europe» η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στο Deutsches Theater Berlin, το Αννόβερο κ.α., αλλά και την τριεθνή συμπαραγωγή «Phone Home», η οποία παίχτηκε ταυτόχρονα σε Αθήνα, Μόναχο, Λονδίνο μέσω των social media.

Συμφωνεί με όσους υποστηρίζουν ότι ο Ελληνας καλλιτέχνης έχει τις περισσότερες φορές μεγαλύτερη επιμονή και πάθος. Τι μας χρειάζεται λοιπόν για να γίνουμε καλύτεροι στο θέατρο; «Επένδυση στην παιδεία και ήρεμη πίστη σε όσα μπορούμε να καταφέρουμε». Ολα σχετίζονται με τη μόρφωση. Ακόμη και «η έλλειψη αγωγής και η άχρηστη ένταση που έχει αναδυθεί στην καθημερινότητά μας». Βέβαια, γενικότερα «ο κόσμος ταρακουνιέται, οι πολιτικές των κρατών τρομάζουν, οι κοινωνίες κλείνουν. Την ίδια ώρα, μία από τις τάσεις στο ευρωπαϊκό θέατρο είναι οι συνεργασίες που ξεφεύγουν από τα τοπικά όρια. Δεν γνωρίζω αν αυτό θα είναι το μέλλον του θεάτρου, σίγουρα η συνδιαλλαγή είναι απαραίτητη».

Δεν αμφέβαλε καμία στιγμή ότι θα γίνει ηθοποιός. «Με θυμάμαι πάντα μόνο μου στο θέατρο, κάτι βέβαια που δεν είναι δυνατόν να συνέβαινε όταν ήμουν παιδί. Απλώς έτσι αισθανόμουν βιώνοντας την εμπειρία. Κι έπειτα επιστρέφοντας, έπαιζα την παράσταση στο δωμάτιό μου πολλές φορές». Στη Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης με τον Γιάννη Μόσχο ξεκίνησαν την ελληνόφωνη θεατρική ομάδα, παρότι υπήρχε και η γερμανόφωνη. Τελειώνοντας πέρασε στη Δραματική του ΚΘΒΕ, διέκοψε τη φοίτηση για να συνεχίσει στην Αμερική, επανήλθε στη Δραματική, έφυγε για τέσσερα χρόνια σπουδών και δουλειάς στο Λονδίνο, επέστρεψε, έκανε το στρατιωτικό του, ολοκλήρωσε τη Νομική και επανήλθε στο Λονδίνο για τέσσερα ακόμη χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων τελείωσε το μεταπτυχιακό του στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής και συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα.

Στο «Αμόρε»

Ωσπου μια μέρα δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον Θωμά Μοσχόπουλο και τον Γιάννη Χουβαρδά για να παίξει στο «Αμόρε» στην παράσταση «Η ζωή είναι ένα όνειρο». Ετσι γύρισε το 1993 οριστικά και άνοιξε ένας επιτυχημένος κύκλος με συνεργασίες μαζί τους στο «Αμόρε», επίσης στην Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, συνεργασίες με τους: Νικαίτη Κοντούρη, Νίκο Μαστοράκη, Βασίλη Παπαβασιλείου, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, Γιάννη Μόσχο, Γιάννη Καλαβριανό κ.ά. Οσο για τη Νομική, του άφησε καλά εφόδια. Δικηγόρος ο πατέρας, η αδερφή του επίσης. «Την ξεκίνησα με χαρά και ανώδυνα την τελείωσα. Κάθε σπουδή σε εξοπλίζει. Το θέμα της ανάπτυξης της σκέψης και του λόγου, της παρουσίασης επιχειρημάτων, της υπεράσπισης ενός χαρακτήρα είναι μερικά κοινά σημεία με το θέατρο».

Τι ρόλους του έδιναν να παίξει στο Λονδίνο, στα θέατρα και στην τηλεόραση που συνεργαζόταν, ρωτάω πριν κλείσει η συνέντευξη. «Ενός ξένου. Γι’ αυτό σας λέω, είναι δύσκολο να μην παίζεις στη μητρική σου γλώσσα. Είναι διεθνές πρόβλημα, άλλωστε και στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο συμβαίνει. Πόσοι ξένοι παίζουν στο θέατρο και ποιους ρόλους;».

Ηρωες σκληροί και βίαιοι

Η αλήθεια είναι ότι οι ήρωες του έργου δεν είναι αγαπητοί. «Δεν έχει ευαίσθητους ήρωες που αγαπούν ακούραστα και περιμένουν στα μπαλκόνια πύργων, αλλά βίαιους εκδικητικούς άνδρες, μέθυσους, ύπουλους υπηρέτες που πιστεύουν στη δική τους εκλεκτική σωτηρία και γυναίκες που κάνουν πράγματα αδιανόητα για την εποχή και το φύλο τους» προειδοποιεί το κοινό ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Καλαβριανός. Εχει, ωστόσο, και μία από τις δυνατότερες ιστορίες αγάπης, του Χίθκλιφ και της Κάθριν, «χωρίς όμως να παρουσιάζει καμία ερωτική σκηνή μεταξύ τους!».
Ο Γιώργος Γλάστρας που παίζει τον σατανικό Χίθκλιφ συμφωνεί: «Είναι σκληροί άνθρωποι, τοποθετημένοι στη μέση του πουθενά, στα βοσκοτόπια του Γιόρκσαϊρ, σε δύο ερειπιώδη σπίτια που έχουν γύρω τους βράχια και βρύα. Ηρωες που έρχονται σε σύγκρουση με το ανθρώπινο και το ζωώδες στοιχείο που έχουν μέσα τους. Δεν τους συναντάς στο ελληνικό τοπίο με τα ήπια ύψη, βάθη και χρώματα. Εκει έχουν μια βραχώδη σκληρή γη και μια θύελλα που σαρώνει τα πάντα και ο άνθρωπος είναι ανάμεσα».

Τρία τετράδια γέμισε για να προετοιμάσει πριν από την έναρξη των προβών τον ήρωά του. «Στο έργο του σέρνουν πολλά. Τον βρήκαν παιδί να περιφέρεται στους δρόμους του Λίβερπουλ. Πιθανόν να ήταν κάποιος πρόσφυγας ή ίσως ένα ασυνόδευτο παιδί. Στο σπίτι που πάει έχει μια δύσκολη παιδική ηλικία, του φέρονται άσχημα. Ξαφνικά προκύπτει ο παράδεισος των συναισθημάτων του προς την Κάθριν και η σχέση του με τη φύση και το αίσθημα της ελευθερίας. Ωσπου, κάποια στιγμή, αποκόπτεται βάναυσα, χάνεται ο παράδεισος κι έρχεται η κόλαση».

Το μοναδικό μυθιστόρημα της Εμιλι Μπροντέ

Η Εμιλι Μπροντέ είναι ένα από τα αδέλφια Μπροντέ, το πέμπτο από τα έξι παιδιά του αιδεσιμότατου Πάτρικ Μπροντέ. Το 1846 οι τρεις αδερφές (Σαρλότ, Εμιλι και Αν) συνυπογράφουν ποιητική συλλογή με ανδρικά ψευδώνυμα. Το 1847 εκδόθηκαν τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» με το ψευδώνυμο Ελις Μπελ, τρεις μήνες μετά την έκδοση του μυθιστορήματος «Τζέιν Εϊρ» της αδελφής της Σαρλότ. Οταν κυκλοφόρησε κατηγορήθηκε για απεικόνιση ανήθικου πάθους. Σήμερα θεωρείται το δημοφιλέστερο έργο της αγγλικής λογοτεχνίας με εκατομμύρια αναγνώστες. Η Εμιλι Μπροντέ πέθανε ένα χρόνο αργότερα, στα 30 της, από φυματίωση. Αιτία ένα κρυολόγημα στην κηδεία του αδελφού της Μπράνγουελ. Αρνήθηκε κάθε ιατρική φροντίδα. Στην κηδεία ο σκύλος της ακολούθησε το φέρετρο πρώτος στη σειρά, δίπλα στον πατέρα της. Επί μέρες το ουρλιαχτό του ακουγόταν έξω από το δωμάτιο της Εμιλι.

Στον κινηματογράφο τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» γυρίστηκαν και ως «Ο Πύργος των καταιγίδων», όπως το 1939 με τους Λόρενς Ολίβιε, Μερλ Ομπερον, Ντέιβιντ Νίβεν, Τζέραλντιν Φιτζέραλντ.​​

«Ανεμοδαρμένη ύψη». Πρωταγωνιστούν οι: Γιώργος Γλάστρας, Μαριάνθη Παντελοπούλου, Γιώργος Κολοβός, Εφη Σταμούλη. Σκηνικά Γιάννη Θαβώρη, κοστούμια Αλεξάνδρας Μπουσουλέγκα, Ράνιας Υφαντίδου, μουσική Αγγελου Τριανταφύλλου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ