ΒΙΒΛΙΟ

Λόγια και σώματα γυναικών στο προσκήνιο

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον γεγονός στο βιβλίο της Μαριαλένας Σπυροπούλου είναι ότι οι μεγάλες σχέσεις, τα βασικά δίπολα, είναι ανάμεσα στις ίδιες τις γυναίκες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΛΕΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ
Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο
εκδ. Πατάκης, σελ. 198

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ρου
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 130

Η υπερήλικας Δήμητρα, ηρωίδα της έμπειρης συγγραφέως Ελένης Γιαννακάκη, βρίσκεται στο γηροκομείο και έχει αρχίσει να τα χάνει. Η έφηβη Ρου, πρωταγωνίστρια της πρωτοεμφανιζόμενης Μαριαλένας Σπυροπούλου, βρίσκεται στην πολυθρόνα της ψυχανάλυσης και προσπαθεί να μην τα χάσει. Η Δήμητρα είναι καθηλωμένη ανάμεσα στην καρέκλα και το κρεβάτι, αλλά το μυαλό της, έστω και με κενά, πετά στον χωροχρόνο. Τη Ρου δεν τη χωράει ο τόπος, δουλειά στο κομμωτήριο, νοικοκυριό στο σπίτι του θείου που τη φιλοξενεί στην Αθήνα, clubbing το βράδυ – το μυαλό της, όμως, και η ψυχή της είναι εγκλωβισμένα στο τραύμα.

Μυθιστόρημα το βιβλίο της Γιαννακάκη –από τις καλύτερες, με διαφορά, πεζογράφους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας–, νουβέλα, της Σπυροπούλου, που υπόσχεται πολλά με αυτή την πρώτη της εμφάνιση – κι ωστόσο ισχύει λιγάκι και το αντίστροφο: πιο κοντά στη νουβέλα από άποψη θέματος και δομής το «Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο», υπερχειλίζον υλικό, ποσότητα μυθιστορήματος στριμωγμένη στη νουβέλα «Ρου».

Ας το πάρουμε, λοιπόν, αλλιώς: οι δύο συγγραφείς όχι μόνον έχουν στ’ αλήθεια ιστορίες με βάθος, πάθος και φρίκη να αφηγηθούν, αλλά είναι, επιπλέον, σε θέση να το κάνουν υποστηρίζοντας με γλωσσική και υφολογική ρώμη την περίφημη έμφυλη διάσταση. Είναι γυναίκες, γράφουν περί γυναικών και ξέρουν καλά το γιατί και το πώς. Και οι δύο ηρωίδες μάς συνεπαίρνουν από την πρώτη σελίδα, για έναν, τουλάχιστον, λόγο: είναι ψυχές-τίγρεις κλεισμένες στο κλουβί, μολονότι τα κλουβιά τους διαφέρουν εντελώς. Η Δήμητρα, στη βουβή της ενδοσκόπηση (η Γιαννακάκη δείχνει για μία ακόμη φορά πόσο δυνατή είναι στο κούρδισμα και την ατσαλένια σταθερότητα του τόνου και του αφηγηματικού νεύρου) αποκαλύπτει μέχρι την τελευταία σχεδόν σελίδα το ερωτικό-ιστορικό δράμα που στοιχειώνει τα θεμέλια της ελληνικής οικογένειας: ανήκει στη γενιά των παιδιών της Κατοχής. Η Ρου κρατάει από την πρώτη σχεδόν στιγμή στα εφηβικά χέρια της την οικογενειακή «αμαρτία», με την οποία έρχεται πολύ πρώιμα σε αντιπαράθεση κάπου εκεί στις αρχές της νέας χιλιετίας.

Η Γιαννακάκη χτίζει αργά και σταθερά μιαν ελληνική τοιχογραφία, από το παρόν και προς τα πίσω, από το ιδιωτικό γηροκομείο στη μεσοαστική Πεύκη (που άλλοτε ήταν Μαγκουφάνα) και ακόμη πιο πίσω, στην Παλιά Κοκκινιά της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η Ρου δίνει ελάχιστη γεύση από ιστορικό φόντο, δεν είναι αυτό που την ενδιαφέρει. Την ενδιαφέρει η ζουληγμένη, σχεδόν στραγγαλισμένη αλλά αντιστεκόμενη ψυχή του κοριτσιού που συγκρούστηκε μετωπικά με τον πατέρα (και δι’ αυτού με την εξουσία της παράδοσης στην αθάνατη ελληνική επαρχία): η σύγκρουση δεν είναι ιδεολογική, αλλά πραγματοποιείται αρχικά ασυνείδητα, με το ξύπνημα της σεξουαλικότητας. Η σεξουαλικότητα και, οπωσδήποτε, το σώμα και οι ανάγκες του κινούν, σε μεγάλο βαθμό, τα νήματα και στις δύο ιστορίες.
Η γηραιά Δήμητρα ανοίγει με τον εσωτερικό της μονόλογο έναν λάκκο στη μνήμη και στον χρόνο, βγάζοντας αργά αλλά σταθερά τα οικογενειακά άπλυτα στη φόρα, μέχρι να φθάσει στον πυρήνα του δράματος, στον κρυμμένο στην ντουλάπα σκελετό. Η νεαρή Ρου ξεκινά βγάζοντάς τα όλα στο φως, σε αντίθεση με τη συνομιλήτριά της, την ψυχαναλύτρια, που αποκαλύπτει στην πορεία της αφήγησης το δικό της δράμα. Η Δήμητρα είναι μονοφωνική, η αφήγηση της Ρου είναι σπασμένη σε πολλές και διαφορετικές φωνές, της ίδιας της Ρου, της ψυχαναλύτριας, της φιλενάδας από το νησί. Η Γιαννακάκη αφηγείται με σιγουριά και ακρίβεια, η Σπυροπούλου ακόμη αναζητάει, πειραματίζεται.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον και στα δύο βιβλία το γεγονός ότι οι μεγάλες σχέσεις, τα βασικά δίπολα, είναι ανάμεσα στις ίδιες τις γυναίκες. Οι άντρες, είτε άγγελοι είτε διάβολοι, μοιάζουν, παρ’ όλα αυτά, αιώνια παιδιά που κινούνται πάνω-κάτω τυφλοί σαν τον πρόγονό τους, τον Οιδίποδα. Είτε χτυπούν είτε αγαπούν, είτε υπηρετούν είτε προδίδουν, μοιάζουν σχεδόν ανεύθυνοι, σαν να στερούνται την ωριμότητα που προϋποθέτει ο καταλογισμός. Η θεμελιώδης ένταση, και στα δύο βιβλία, είναι εκείνη ανάμεσα στη μάνα και την κόρη, ακόμη κι όταν αναδιπλασιάζεται σε ασθενέστερα ζεύγη. Μολονότι οι φεμινίστριες κάθε απόχρωσης θα έβρισκαν και στα δύο βιβλία πολύ και ενδιαφέρον υλικό για συζήτηση, εγώ, ενόψει και εσχάτων επιγνώσεων, μπορώ θαυμάσια να τα φανταστώ να διαβάζονται (καλογραμμένα καθώς είναι και ευανάγνωστα) από μιαν ευρύτατη γκάμα αναγνωστικού κοινού και σχολιαστών, ακόμη και «ταπεινότερων» κατηγοριών. Ναι, μπορώ να τα φανταστώ να συζητιούνται σε πρωινάδικα, θα το έβρισκα, μάλιστα, πολύ καλό αν συνέβαινε... Είναι βιβλία που δεν διστάζουν, π.χ., να μιλήσουν για τα γυναικεία γεννητικά όργανα, είτε της γριάς (που την πλένει η νοσοκόμα) είτε της νέας (που, μαζί με τη φίλη της, ξυρίζεται, κόβεται, ρίχνει οξυζενέ, σκάει στα γέλια). Είναι σημαντικό αυτό; Ναι, πολύ!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ