Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Οταν η έλλειψη μέτρου συνάντησε την ιδεοληψία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι το ύφος που παίρνεις, όταν σε πλησιάζει κάποιος στη μέση του δρόμου και σου λέει συνωμοτικά: «Φίλε, έχω ένα αυθεντικό Ρόλεξ, σε ενδιαφέρει;»

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος διαφωνεί με την παραχώρηση του Παρθενώνα για επίδειξη μόδας. «Δεν πουλιούνται τα πάντα», είπε. Ετσι όπως τίθεται παραπάνω το ζήτημα, συμφωνώ απολύτως με τον Αρχιεπίσκοπο – αυτό έλειπε. Για την ακρίβεια, όμως, επρόκειτο για φωτογράφιση μόδας και ενοικίαση του χώρου, όχι για πώληση ούτε για επίδειξη...

Αλλά και πόση σημασία έχει; Και πάλι, ο απλός συσχετισμός και μόνο της Gucci με τον Παρθενώνα είναι αμέσως, ως ιδέα, κάτι σαχλό και ανοίκειο. Με όλο τον σεβασμό στην Gucci και τη σοβαρότητά της ως εταιρείας, η πρότασή της χαρακτηριζόταν από την εντυπωσιακή απουσία της αίσθησης του μέτρου. Και νομίζω ότι την ίδια απουσία επιβεβαιώνει και η ανακοίνωση που εξέδωσε η εταιρεία, σχετικά με ανάλογες συνεργασίες της στο παρελθόν.

Την παραθέτω ολόκληρη: «Επιβεβαιώνουμε ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τις ελληνικές αρχές για να διερευνήσει τη δυνατότητα μιας μακροπρόθεσμης πολιτιστικής συνεργασίας. Αυτό το είδος της πρωτοβουλίας δεν είναι νέο για μας. Τα τελευταία χρόνια η Gucci έχει καθιερώσει τέτοιες πολιτιστικές συνεργασίες με το Palazzo Strozzi στη Φλωρεντία, το Μουσείο Mingshen στη Σαγκάη, το Chatsworth House στην Αγγλία και το LACMA στο Λος Αντζελες. Οι εικασίες σχετικά με την υποτιθέμενη οικονομική πρόταση, άμεση ή έμμεση, είναι απολύτως λανθασμένες και δεν έχουν καμία επιβεβαίωση από εμάς».

Και μόνον ότι ο Παρθενώνας τίθεται στο ίδιο επίπεδο με τα θαυμάσια μουσεία και τα λαμπρά μνημεία που αναφέρονται στην ανακοίνωση σημαίνει ότι ο συντάκτης του κειμένου δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει την παγκόσμια σημασία του Παρθενώνα· επομένως, δεν συζητούμε σοβαρά. Γιατί, ας μη φοβηθούμε να αναγνωρίσουμε ότι και αν δούμε μονοδιάστατα, ως προϊόν προς εκμετάλλευση, τον Παρθενώνα, είναι και πάλι ένα προϊόν για ελάχιστους.

Ομως η ανακοίνωση έχει και κάτι άλλο, που θα έπρεπε να ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τις ελληνικές αρχές: αναφέρεται στη διερεύνηση, εκ μέρους της εταιρείας, της δυνατότητας για «μακροπρόθεσμη πολιτιστική συνεργασία». Πόσο ανόητοι είμαστε, αναρωτιέμαι, που αγνοούμε τέτοιες ευκαιρίες. Ιδεωδώς, θα έπρεπε εμείς πρώτοι να χρησιμοποιούμε το ταλέντο, τις ικανότητες, τις ανησυχίες της νεότερης γενιάς, αυτής που ανοίχτηκε περισσότερο από τις προηγούμενες στον ευρύτερο κόσμο και τις επιδράσεις του, ώστε εμείς να προτείνουμε τέτοιες συνεργασίες – εμείς να κυνηγάμε τον πελάτη, για να το πω αγοραία. Και δεν προτείνω να ανακαλύψουμε την πυρίτιδα. Υπάρχει σωρεία παραδειγμάτων από παρόμοιες «πολιτιστικές συνεργασίες», τα οποία μελετώνται επισταμένως από τους ειδικούς, από τη μελέτη αυτή προκύπτουν ειδικότητες σπουδών και έτσι σήμερα έχουμε ένα σωρό παιδιά που σπουδάζουν στα μεταπτυχιακά τους αυτές τις πολιτικές.

Οπουδήποτε στον κόσμο υπάρχει σήμερα σοβαρό κράτος, δηλαδή κράτος με αίσθημα ευθύνης έναντι των φορολογουμένων πολιτών, ακολουθεί επιθετική πολιτική στον συγκεκριμένο τομέα: κυνηγά με το τουφέκι τη συνεργασία με το ιδιωτικό κεφάλαιο, κυρίως επειδή το κόστος της συντήρησης μνημείων, μουσείων και πολιτιστικών ιδρυμάτων είναι στην εποχή μας τεράστιο. (Πέραν των άλλων και επειδή, προϊόντος του χρόνου, όλο και προστίθενται περισσότερα μνημεία προς ανάδειξη, διατήρηση κ.λπ.) Οι ελληνικές αρχές –αν διαβάζω σωστά ανάμεσα στις γραμμές της ανακοίνωσης– δεν φαίνεται να ανταποκρίθηκαν στο ενδιαφέρον της εταιρείας για μακροπρόθεσμη συνεργασία. Προφανώς, δεν το συζήτησαν, δεν πρότειναν ιδέες, δεν υπήρξε συμφωνία για ένα επόμενο βήμα. Δεν μου κάνει εντύπωση, διότι μου έλεγαν πρόσφατα το περιστατικό, όπου, σε μια σοβαρή ημερίδα για τα οικονομικά του πολιτισμού, η αξιοπρεπέστατη εκπρόσωπος του υπουργείου παρουσίασε, η δυστυχής, τα στοιχεία του 2006, επειδή δεν υπήρχαν νεότερα, όπως εξήγησε – και ήταν το 2015, αν θυμάμαι καλά.

Εξάλλου, διαισθάνομαι και την ευλογία της Εκκλησίας υπεράνω αυτής της στάσης. Διότι, στη συζήτηση που είχε κατά την επίσκεψή του στα εκπαιδευτήρια «Ελληνογερμανική Αγωγή», ο Αρχιεπίσκοπος ρωτήθηκε σχετικώς με το θέμα από μαθήτρια και στην απάντησή του είπε πως «όταν κάτι αποϊεροποιείται, τότε ευτελίζεται και κάτι που ευτελίζεται, γίνεται εμπόρευμα φτηνό». Ακούγεται περίεργα η αναφορά σε ιερότητα του Παρθενώνα από αρχιεπισκοπικά χείλη και, ομολογουμένως, μου φέρνει στον νου τις έξαλλες, σχεδόν υστερικές, αντιδράσεις της Εκκλησίας για την ταινία του Γαβρά σχετικά με την ιστορία του μνημείου. Να είναι οι τύψεις της Εκκλησίας για τους μαυροφορεμένους που κατέστρεφαν τις μορφές των γλυπτών; (Τείνουν να γίνουν μόδα τέτοιες συγγνώμες με αναδρομική ισχύ. Δείτε τον Πάπα…) Αφήστε δε το άλλο! Κι αν πάρουν αέρα οι δωδεκαθεϊστές και ζητούν πρόσβαση στον Παρθενώνα;

Ας μένουν αναξιοποίητα, λοιπόν, τα μνημεία. (Με την ευκαιρία κι ας είναι άσχετο, στάλθηκαν επιτέλους εκείνα τα εισιτήρια στα μουσεία ή περιμένουμε να έλθει το καλοκαίρι;) Η Εκκλησία δεν έχει βέβαια πρόβλημα με την ακινησία –αυτή είναι η κοσμοθεωρία της, άλλωστε–, η δε πρώτη φορά Αριστερά, αν το μπορούσε, θα πολλαπλασίαζε τους αρχαιολογικούς χώρους εν μια νυκτί. Οχι μόνο από αντίδραση στην επιχειρηματικότητα και, εν τέλει, στην πρόοδο, όπως συμβαίνει τώρα με την ερώτηση των 18 για το Ελληνικό, αλλά και εξαιτίας του βαθύτατου επαρχιωτισμού και της ξενοφοβίας της (ενός άλλου τύπου από τον γνωστό).

Αναξιοποίητη η περιλάλητη κληρονομιά που μας καθιστά μοναδικούς μένει να αναμειγνύεται αρμονικά με το εθνικό προϊόν του Υπαρκτού Ελληνισμού, τα σκουπίδια, και να υφίσταται κυρίως ως στήριγμα της εθνικής υπερηφάνειας, αιτία (μία από όλες) του εθνικού κόμπλεξ κατωτερότητας και λόγος για τον πολλαπλασιασμό των δαπανών του Δημοσίου. Α, ναι! Θα ξεχνούσα τις θέσεις εργασίας στο Δημόσιο, που σημαίνουν για την Αριστερά «ανάπτυξη»… Ωραία και μεγάλη ιδέα, αλλά όπως όλες οι μεγάλες ιδέες μας και αυτή κάπου πάσχει. Είναι πραγματικά ανησυχητικό ότι έπειτα από επτά χρόνια ακόμη δεν λέμε να το καταλάβουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ