ΚΟΣΜΟΣ

Η χαμένη ουτοπία του Αμαζονίου

THE NEW YORK TIMES

Η Φορντλάντια στη Βραζιλία, μια κοινότητα που ίδρυσε το 1928 ο Χένρι Φορντ, κατοικείται σήμερα από 2.000 ανθρώπους, πολλοί εκ των οποίων ζουν στις αρχικές κατασκευές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Αμαζόνιος έχει καταπιεί το γήπεδο γκολφ, οι πλημμύρες έχουν καταστρέψει το νεκροταφείο, αφήνοντας πίσω τους έναν σωρό από σταυρούς και το νοσοκομείο που σχεδίασε ο καταξιωμένος αρχιτέκτονας Αλμπερτ Καν ρημάχτηκε από το πλιάτσικο. Αυτή η εικόνα παρακμής επικρατεί σήμερα στην πόλη που ίδρυσε ο βιομήχανος Χένρι Φορντ το 1928 στα βάθη του Αμαζονίου, με μια ωστόσο σημαντική εξαίρεση: τις μεγαλοπρεπείς καλοδιατηρημένες κατοικίες της λεωφόρου Παλμ, οι οποίες βρίσκονται σε αυτή την καλή κατάσταση, λόγω των καταληψιών που κατοικούν σήμερα σε αυτές.

«Αυτός ο δρόμος ήταν ο παράδεισος του πλιάτσικου, καθώς κλέφτες έπαιρναν έπιπλα, πόμολα και οτιδήποτε άλλο είχαν αφήσει πίσω τους οι Αμερικανοί», ανέφερε ο 71χρονος Εξπεντίτο Ντουάρτε ντε Μπρίτο, ένας συνταξιούχος γαλατάς που κατοικεί σε ένα από τα σπίτια που είχαν αρχικά χτιστεί για να στεγάσουν ανώτατα στελέχη της αυτοκινητοβιομηχανίας Φορντ, στo μέρος όπου ο Χένρι Φορντ προσπάθησε να μετατρέψει μια έκταση άγριας ζούγκλας σε μία μεσοδυτική ουτοπία υπό την ονομασία Φορντλάντια.

Ωστόσο, παρά την όψη της, η Φορντλάντια σήμερα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «χαμένη πόλη», καθώς στα σχετικά ετοιμόρροπα κτίρια της κατοικούν γύρω στους 2.000 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων αγρότες, απόγονοι εργατών που εργάζονταν στην πόλη και άνθρωποι που ζουν αποκλειστικά από κοινωνικές παροχές και συντάξεις.

Το εγχείρημα της Φορντλάντια έγινε πράξη από τον Φορντ σε μια προσπάθεια του να ξεκινήσει την παραγωγή του δικού του είδους καουτσούκ, αναγκαίου για τη δημιουργία λάστιχων αυτοκινήτου και άλλων εξαρτημάτων, κάτι το οποίο συνέβη σε μια ιδιαίτερη ιστορική συγκυρία, όπου η βραζιλιάνικη οικονομία του καουτσούκ είχε δεχθεί ισχυρά πλήγματα από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές της. Μολαταύτα, η είσοδος του Φορντ στη Βραζιλία απέτυχε σχεδόν εξαρχής, καθώς η ανικανότητα και οι συμφορές έπληξαν από νωρίς το φιλόδοξο εγχείρημα, λόγω της περιφρόνησης που έδειξαν οι άντρες του στους ειδικούς που θα μπορούσαν να τους συμβουλεύσουν σχετικά με την τροπική γεωργία, φυτεύοντας σπόρους αμφίβολης αξίας και αφήνοντας τη σήψη των φύλλων να ρημάξει τις φυτείες.

Παρ’ όλα αυτά, η «αμερικανική πόλη» του Φορντ έγινε πραγματικότητα, με σκοπό να κατοικήσουν σε αυτή Βραζιλιάνοι υπάλληλοί του, οι οποίοι θα μάθαιναν να ζουν βάσει αυτού που ο μεγιστάνας θεωρούσε «αμερικανικές αξίες». Επομένως, ο Φορντ απαγόρευσε την κατανάλωση αλκοόλ στην πόλη, φέρνοντας τη νομοθεσία της ποτοαπαγόρευσης, επέβαλλε σκληρή δίαιτα στους κατοίκους και προώθησε την κηπουρική, τον χορό και την ανάγνωση των ποιητικών έργων του Ραλφ Γουάλντο Εμερσον και του Χένρι Γουόντσγουερθ Λονγκφέλοου, προκαλώντας αρκετές φορές τη βίαιη αντίδραση των γηγενών. Επιπλέον, «ομάδες υγιεινής» δρούσαν σε ολόκληρη την πόλη, σκοτώνοντας αδέσποτα σκυλιά, στραγγίζοντας λακκούβες με νερό, στις οποίες μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν τα κουνούπια που μετέδιδαν αρρώστιες όπως η μαλάρια και ελέγχοντας τους διάφορους εργαζόμενους για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Απολογισμός

«Με μια βεβαιότητα για τον σκοπό του και μια έλλειψη περιέργειας για τον κόσμο που μοιάζει πολύ οικεία, ο Φορντ σκοπίμως απέρριψε τις συμβουλές των ειδικών και επιχείρησε να μετατρέψει τον Αμαζόνιο στις μεσοδυτικές ΗΠΑ της φαντασίας του», ανέφερε ο ιστορικός Γκρεγκ Γκραντίν στον απολογισμό του για την πόλη που ίδρυσε ο Αμερικανός βιομήχανος. Η πραγματική παρακμή της πόλης ξεκίνησε το 1945, όταν η Φορντ την παρέδωσε στη βραζιλιάνικη κυβέρνηση, λόγω των διαφόρων παραγόντων που είχαν καταστήσει την καλλιέργεια καουτσουκόδεντρων μη κερδοφόρα, όπως η σήψη των φύλλων και ο ανταγωνισμός που έφερε το εμπόριο του συνθετικού καουτσούκ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ