ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Εχει ολοκληρωθεί το 90% της προσαρμογής, αν και χρειάστηκε να αλλάξουν 5 κυβερνήσεις»

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Δεν είναι ώρα τώρα για να ρίξουμε λευκή πετσέτα. Εχουμε καλύψει το 90% της απαιτούμενης προσαρμογής». Με αυτά τα λόγια έστειλε σαφές μήνυμα προς την κυβέρνηση ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας χθες το απόγευμα σε εκδήλωση του Ελληνικού Συνδέσμου Βιομηχανιών Επώνυμων Προϊόντων (ΕΣΒΕΠ) υπό τον τίτλο «Η ανάπτυξη έχει όνομα και επώνυμο». Ταυτόχρονα κάλεσε την κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα σε πλήρη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τονίζοντας: «Η ελληνική οικονομία έχει δυνατότητες να περάσει και μάλιστα σύντομα σε αναπτυξιακή τροχιά. Οι ενδείξεις είναι πράγματι ενθαρρυντικές. Σε καμία περίπτωση όμως δεν δικαιολογούν επανάπαυση και χαλάρωση των προσπαθειών. Αντίθετα, χρειάζεται τώρα μεγαλύτερη επιμονή και συνέπεια και επιτάχυνση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας». Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, άλλωστε, υποστήριξε ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες της παρατεταμένης ύφεσης ήταν οι ποικίλες αντιστάσεις στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. «Η ύφεση θα ήταν σαφώς βραχύτερη εάν είχαν εκσυγχρονισθεί οι δομές», υποστήριξε. Ο διοικητής της ΤτΕ πρόσθεσε ακόμη στους βασικούς λόγους της μακροχρόνιας ύφεσης τη διστακτικότητα όλων των κυβερνήσεων έως τώρα να υιοθετήσουν τα προγράμματα αυτά, καθώς και το πολωτικό, συγκρουσιακό κλίμα που διαμορφώθηκε και την απουσία συναίνεσης κυβέρνησης - αντιπολίτευσης. «Στις άλλες χώρες που εφαρμόστηκαν προγράμματα, μία κυβέρνηση τις έβαλε σε αυτά και η ίδια τις έβγαλε. Εμείς έχουμε αλλάξει πέντε κυβερνήσεις έως τώρα και 8-9 υπουργούς Οικονομικών».

Κάνοντας ειδική αναφορά στις στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη σε αρκετές αγορές στην Ελλάδα, ο κ. Στουρνάρας έστειλε ένα ακόμη μήνυμα γενικότερης ισχύος: «Μερική άρση των περιορισμών θα αποφέρει μόνο μερικά αποτελέσματα». Επισήμανε δε ότι η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να στοχεύει και στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών αρχών, θέμα που σημειωτέον η κυβέρνηση δεν έχει δείξει και τις καλύτερες των προθέσεων.

Με αρκετά μελανά χρώματα περιέγραψε το μέλλον της Ευρώπης –και της Ελλάδας– ο κ. Λουκάς Τσούκαλης, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ). Κάνοντας λόγο για υπαρξιακή κρίση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος της ενοποίησης, ο κ. Τσούκαλης εκτίμησε ότι δεν αναμένεται καμία κρίσιμη απόφαση για την Ευρώπη πριν από το τέλος του 2017, λόγω των εκλογικών αναμετρήσεων σε πολλές και σημαντικές χώρες της Ε.Ε. «Υπάρχει μια ανεπανάληπτη σειρά προκλήσεων. Η Ε.Ε. είναι σε μια κρίσιμη φάση για το εάν θα επιβιώσει και με ποια μορφή. Δεν θα ληφθεί καμία πολύ μεγάλη απόφαση έως το τέλος του 2017 λόγω των διαδοχικών εκλογών. Η Ε.Ε. θα προσπαθεί να αποφύγει καινούργια μεγάλα ατυχήματα, αλλά δεν θα έχει τη δυνατότητα να λάβει σοβαρές αποφάσεις. Η σύσταση προς όλους θα είναι: Προσδεθείτε, διότι πιθανόν θα υπάρχουν σοβαρές αναταράξεις». Μία από τις κρίσιμες αποφάσεις που θα κληθεί να λάβει η Ε.Ε. από τις αρχές του 2018 θα είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, σχετικά με τη βιωσιμότητα του ευρώ. «Είναι στρεβλή η διακυβέρνηση του ευρώ», υποστήριξε ενώ δήλωσε ότι το μεγαλύτερο συστημικό ρίσκο αυτή τη στιγμή είναι η Ιταλία.

Ο κ. Τσούκαλης αναφέρθηκε στην οικονομική και την προσφυγική κρίση, έκανε όμως λόγο και για μια τρίτη κρίση που συνδέεται με τις δύο προηγούμενες: τη διογκούμενη δυσαρέσκεια σημαντικών τμημάτων των κοινωνιών μας. «Η οικονομική αλλαγή που προήλθε από την παγκοσμιοποίηση και τις τεχνολογικές εξελίξεις τούς κάνει να αισθάνονται ότι τους αφήνει πίσω. Η αύξηση των ανισοτήτων στο εσωτερικό των χωρών τα τελευταία 20 χρόνια είναι εντυπωσιακή, με συνέπεια τμήματα της κοινωνίας να στρέφονται εναντίον του λεγόμενου συστήματος», τόνισε. Και λίγο αργότερα πρόσθεσε: «Η Ευρώπη αφήνει πίσω της μια σχεδόν χαμένη δεκαετία από οικονομικής άποψης. Την περίοδο 2007-2015 το ΑΕΠ συνολικά σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης σημείωσε μηδενική αύξηση».

Αναφερόμενος ειδικά στην Ελλάδα, τόνισε ότι η χώρα πρέπει να βγει το ταχύτερο δυνατόν από την επιτήρηση, από την καραντίνα, όπως χαρακτηριστικά τόνισε και προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης. «Δεν σημαίνει πως ό,τι ζητούν οι δανειστές είναι λογικό. Ομως η συλλογική αξιοπιστία της χώρας είναι στο ναδίρ. Ετσι και η διαπραγματευτική της ισχύς». Και κατέληξε: «Υπάρχει ένα όριο στις αλλαγές που μπορούν να επιβληθούν απέξω. Εάν εμείς δεν υιοθετήσουμε ένα εθνικό σχέδιο, δεν θα έχουμε μέλλον. Ο κυριότερος αποτρεπτικός παράγοντας είναι η λειτουργία του ίδιου του ελληνικού κράτους. Οχι από άποψη μεγέθους, αλλά δυσλειτουργίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ