ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μειώσεις συντάξεων στα... γρήγορα επιδιώκει η κυβέρνηση

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αποφύγει το εκ νέου «άνοιγμα» του ασφαλιστικού, ζητούμενο είναι να υλοποιήσει τις νέες περικοπές το ταχύτερο δυνατόν, προκειμένου να περιορίσει τις αντιδράσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Να κλείσει το ασφαλιστικό, που άνοιξε επίσημα η δήλωση του επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ την περασμένη Δευτέρα, με χειρουργικές κινήσεις, όσο το δυνατό πιο γρήγορα ώστε να περιορίσει και την έκταση των αντιδράσεων, θα επιδιώξει η κυβέρνηση. Στη Γενική Γραμματεία Κοινωνικής Ασφάλισης ήδη επεξεργάζονται σενάρια περικοπής των «προσωπικών διαφορών» όχι για το σύνολο των συνταξιούχων, αλλά για ένα σημαντικό μέρος αυτών, περίπου 1,2 εκατ. άτομα. Στόχος είναι να παρουσιαστεί στα τεχνικά κλιμάκια, τα οποία αναμένεται να ξεκινήσουν τις επισκέψεις στην οδό Σταδίου από το πρωί της Τρίτης, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο περικοπών που θα εξασφαλίζει την εξοικονόμηση τουλάχιστον 0,75% του ΑΕΠ, μεσοσταθμικά, για το διάστημα 2020 - 2023, ώστε να αποφευχθεί η έναρξη ενός ευρύτερου διαλόγου που ενδεχομένως θα έθετε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ευρύτερα θέματα που θα «ξήλωναν» τον νόμο Κατρούγκαλου.

Ο λογαριασμός βγάζει μειώσεις 1,4 δισ. ευρώ, με τις συντάξεις να περικόπτονται κατά μέσον όρο 14%, ενώ στο υπουργείο Εργασίας εξετάζουν τη θέσπιση κι ενός πλαφόν, ώστε συντάξεις που βρίσκονται κάτω από αυτό, να μη μειωθούν ακόμη και αν οι προσωπικές διαφορές είναι μεγάλες. Παράδειγμα στο μοντέλο αυτό, δεν αποκλείεται να είναι οι μειώσεις που εφαρμόστηκαν τον προηγούμενο χρόνο στις επικουρικές, όπου εφαρμόστηκε το πλαφόν προστασίας στα 1.300 ευρώ εισόδημα από συντάξεις (κύριες και επικουρικές).

Να σημειωθεί ότι η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς τέθηκε για πρώτη φορά από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατά την πρώτη αξιολόγηση, η οποία όμως έκλεισε με τους Ευρωπαίους να απομονώνουν το Ταμείο και να δίνουν το πράσινο φως στον νόμο Κατρούγκαλου, όπως τελικά ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016 από τη Βουλή. Το Ταμείο επανήλθε με τις ίδιες ακριβώς απαιτήσεις, ήτοι κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς» σε 1,4 εκατ. συνταξιούχους, αλλά και μείωση της εθνικής σύνταξης κάτω από τα 384 ευρώ και κατάργηση των εκπτώσεων που ισχύουν για επιστήμονες και αγρότες στο νέο σύστημα των εισφορών στην πρόσφατη έκθεσή του για την Ελλάδα. Παρά τις εξοικονομήσεις του νόμου Κατρούγκαλου με τις περικοπές σε επικουρικές, μερίσματα, εφάπαξ και νέες κύριες συντάξεις, το Ταμείο επέμενε, κι αναμένεται να επιμείνει και κατά τη νέα αυτή φάση των διαπραγματεύσεων, για το ότι το ασφαλιστικό στην Ελλάδα παραμένει «σε μεγάλη ανισορροπία» κι εκτιμά πως το έλλειμμά του είναι 4πλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αγγίζοντας το 11% του ΑΕΠ. Το ΔΝΤ επιμένει, λοιπόν, στην κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς» στις κύριες συντάξεις, κάτι που θα οδηγούσε κατά τους δικούς του υπολογισμούς σε «εξοικονόμηση» 1,8 δισ. ευρώ ή (1% του ΑΕΠ) σε μεσοπρόθεσμο διάστημα και μαχαίρι στις συντάξεις 1,4 εκατ. συνταξιούχων. Υπολογίζει πως θα θιγούν κυρίως υψηλοσυνταξιούχοι που έφυγαν με λίγα χρόνια ασφάλισης (σε ακραίες περιπτώσεις μέχρι 40%) ενώ υποστηρίζει πως θα πάρουν ελαφρώς υψηλότερα ποσά χαμηλοσυνταξιούχοι που έφυγαν με πολλά χρόνια (μέχρι 20%).

Αλλά και οι εκπρόσωποι των Ευρωπαίων δανειστών αναγνωρίζουν ότι περικοπές στις «προσωπικές διαφορές» θα είχαν ως αποτέλεσμα μεσοσταθμικές μειώσεις της τάξεως του 14% στις συντάξεις και ότι υπάρχει σημαντική διακύμανση. Στην πράξη, παραδέχονται ότι οι «προσωπικές διαφορές» κυμαίνονται μεταξύ 7% και 30%. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις των ειδικών, στην πρώτη γραμμή του πυρός για τις νέες παρεμβάσεις στις συντάξεις βρίσκονται συνταξιούχοι με υψηλές αποδοχές –συγκριτικά με τον μέσο όρο του συστήματος– και ταυτόχρονα μεγάλες προσωπικές διαφορές στις κύριες συντάξεις τους.

Τον μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν όσοι λαμβάνουν πάνω από 1.000 ευρώ σύνταξη (μετά τις μειώσεις των προηγούμενων μνημονίων), περίπου 750.000 συνταξιούχοι, οι οποίοι σύμφωνα με τους ειδικούς ενδέχεται να δουν, από το 2020 και μετά, μειώσεις στις συντάξεις τους κοντά στο 18%.

Στους χαμένους συγκαταλέγονται δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν συνταξιοδοτηθεί με 35ετία, ένστολοι, γιατροί του ΕΣΥ, πανεπιστημιακοί, καθώς θα έχουν αρκετά μεγάλο ποσό προσωπικής διαφοράς, ενώ από τους μισθωτούς μεγάλοι χαμένοι εκτιμάται ότι θα είναι οι συνταξιούχοι με πλήρη σύνταξη, υψηλόμισθοι, που αποχώρησαν με μεγάλα χρονικά διαστήματα ασφάλισης. Χαμένοι θα είναι σχεδόν και όλοι οι συνταξιούχοι του πρώην ΤΕΒΕ που ελάμβαναν την προσαύξηση των 220 ευρώ, οι συνταξιούχοι του πρώην ΤΑΕ που ήταν ασφαλισμένοι σε μεγάλες κατηγορίες, καθώς και το σύνολο των συνταξιούχων από ΤΕΒΕ και ΤΑΕ που συνταξιοδοτήθηκε με 35ετία από τις προαιρετικές κατηγορίες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ