ΕΛΛΑΔΑ

Το όραμα για το «Tάμα του Εθνους»...

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Ιδού πώς είδε με τη φαντασία του ο περίφημος σκιτσογράφος Μποστ τον Ναό του Τάματος, που δεν κτίστηκε ποτέ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πολιτική επικαιρότητα των ημερών έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα ζήτημα που γεννήθηκε λίγο μετά με την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η ιστορία του «Τάματος του Εθνους»  (ακριβέστερα, η φιλοδοξία ανέγερσης ενός ναού για τον Σωτήρα) μετρά κοντά 190 χρόνια ζωής. Με εκκίνηση την περίοδο του Καποδίστρια, το θέμα αναδύεται ιδιαίτερα στις μεγάλες επετείους της Επανάστασης του 1821 (όταν εορτάστηκαν, για παράδειγμα, τα 50 και 100 χρόνια), καθώς και σε στιγμές που πολλοί θεωρούν ότι ο Ελληνισμός απειλείται και ότι οφείλει να επιστρέψει στις ρίζες του για να αναγεννηθεί.  Αυτό υπογραμμίζει στην «Κ» ο πανεπιστημιακός Δημήτρης Αντωνίου,  ο οποίος έχει αφιερώσει τα τελευταία χρόνια στην αρχειακή και εθνογραφική έρευνα της υπόθεσης, φέρνοντας στο φως νέα στοιχεία. 

Ο διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Columbia, με γνωστικό πεδίο τη θεολογία, τις ανατολικές σπουδές και την ανθρωπολογία, καταπιάστηκε πρώτη φορά με το «Τάμα» το 2007, στο πλαίσιο μιας άλλης έρευνας για την πιθανή ανέγερση ισλαμικού τεμένους στην Παιανία. «Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για το Τάμα είναι στενά συνδεδεμένη με τη συζήτηση για τη δημιουργία τζαμιού στην Αθήνα. Εγώ είχα μιλήσει τότε με έναν τοπικό ακτιβιστή, ο οποίος είχε εγκαταστήσει έναν μικρό προκατασκευασμένο ναό στο σημείο όπου θα κατασκευαζόταν το “Ισλαμικό Πολιτιστικό Κέντρο”. Ο άνθρωπος αυτός χαρακτήριζε τον ναό ως προσωρινή εκπλήρωση του τάματος του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη. Τότε άκουσα για το ζήτημα πρώτη φορά», λέει ο Δημήτρης Αντωνίου.

Και συνεχίζει: «Ας κάνουμε μια σύντομη αναδρομή: Στις 3 Ιουλίου του 1829, τα μέλη της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης ψήφισαν υπέρ της ανέγερσης του Ναού του Σωτήρος, με παρότρυνση του Καποδίστρια, τιμώντας έτσι “τη Θεία Πρόνοια” που απελευθέρωσε την Ελλάδα από τον οθωμανικό ζυγό. Δεδομένης της βαθιάς πίστης του κυβερνήτη στην Ορθοδοξία, της γνώσης του για ανάλογες πρωτοβουλίες στη Μόσχα (Ναός του Σωτήρα) αλλά και της από μέρους του ανέγερσης ενός ναϊδρίου αφιερωμένου στον Σωτήρα στο ορφανοτροφείο της Αίγινας τον προηγούμενο χρόνο, ο Καποδίστριας πρέπει να ήταν από τους πρώτους που οραματίστηκαν την ανέγερση μεγαλοπρεπούς Ναού του Σωτήρα».

Ο πανεπιστημιακός ξεκαθαρίζει ότι στις πηγές του 19ου αιώνα που μελέτησε, ο Ναός του Σωτήρος ουδέποτε χαρακτηρίζεται «Τάμα του Εθνους»: «Ευθύς εξαρχής, το κτίσμα αυτό εθεωρείτο ότι θα εξέφραζε την ευγνωμοσύνη των Ελλήνων για τη μερική ανεξαρτησία που είχε επιτευχθεί εκείνα τα χρόνια και σίγουρα όχι μία συλλογική προσμονή για ευρύτερη ανεξαρτησία, όπως ο όρος “Τάμα” συνδηλώνει. Ο ναός αυτός μάλιστα θα αποτελούσε, υποτίθεται, ενιαίο σύνολο με ένα άλλο μνημείο αφιερωμένο στους φιλέλληνες που θυσιάστηκαν για την εθνική παλιγγενεσία».

Ο κ. Αντωνίου συμπληρώνει: «Οπως τόσα άλλα δημόσια έργα της εποχής, το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα απασχολούσε τόσο τους Ελληνες όσο και του Βαυαρούς και είχε ανακοινωθεί, νομοθετηθεί και αναβληθεί λόγω έλλειψης των απαραίτητων πόρων. Το 1832, για παράδειγμα, ο Αντώνιος Τσούνης, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και του Ιερού Λόχου, πρότεινε σε υπόμνημα που υπέβαλε στην Πέμπτη Εθνοσυνέλευση την κατασκευή του Ναού στη μυκηναϊκή ακρόπολη της Τίρυνθας. Ενα χρόνο αργότερα, ο αρχιτέκτων Ferdinand von Quast στο περιοδικό Museum Blätter für bildende Kunst  ανέφερε ότι το παλάτι του βασιλιά των Ελλήνων πρέπει να χτιστεί στην Ακρόπολη και να συνδέεται με γέφυρα με τον καθεδρικό ναό του Σωτήρος, στον λόφο του Αρείου Πάγου. Το 1834, το εγχείρημα υιοθετήθηκε από τον αντιβασιλέα κόμη Αρμανσπέργκ που πρότεινε την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού, αντάξιου του ελληνικού λαού, ενώ το 1838 ο βασιλιάς Οθων εξέδωσε διάταγμα, για την ανέγερση του Ναού του Σωτήρα στην πλατεία Ομονοίας. Ηδη από τη δεκαετία του 1830, οι κυβερνώντες οραματίζονταν ναό μνημειακών διαστάσεων, του οποίου η ολοκλήρωση εξαρτάτο από την επιτυχή έκβαση διαφόρων εράνων. Τα λιγοστά χρήματα που μαζεύτηκαν εν τέλει χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση της Μητρόπολης της Αθήνας, αφιερωμένης στον Ευαγγελισμό, γεγονός που επέτεινε τη σύγχυση κατά τον εικοστό αιώνα περί της εκπλήρωσης ή μη του Τάματος του Εθνους».

Κατά τον εικοστό αιώνα, η ανάμνηση της απόφασης στην Εθνοσυνέλευση του 1829 επέζησε σε διάφορους εκκλησιαστικούς κύκλους, οι οποίοι εν τέλει συνεργάστηκαν με τους συνταγματάρχες του 1967 για να την παρουσιάσουν ως ένα ανεκπλήρωτο τάμα του έθνους. «Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται σήμερα, η ανέγερση του Ναού του Σωτήρα δεν ήταν πρωτοβουλία της χούντας, αν και σίγουρα το εγχείρημα ταίριαζε με τη νεφελώδη ελληνοχριστιανική ιδεολογία της», λέει ο κ. Αντωνίου. «Από την έρευνα που έχω πραγματοποιήσει, συνάγεται το συμπέρασμα ότι πριν το στρατιωτικό πραξικόπημα, εκκλησιαστικοί κύκλοι είχαν προσπαθήσει να ανακινήσουν το θέμα με απώτερο στόχο τη δημιουργία νέου μητροπολιτικού ναού. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έπαιξε κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, καθώς ήταν εκείνος που γνώριζε προσωπικά τον Παττακό μέσω της οργάνωσης “Ζωή” , έπεισε τους συνταγματάρχες για τη σημασία του εγχειρήματος και ενημέρωσε το 1965 τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη για το σπουδαίο εγχείρημα. Ο αρχιτέκτων ενδιαφέρθηκε και υπέβαλε στην Εκκλησία σχέδια για τον Ναό πριν την έλευση της χούντας. Ο Δοξιάδης συνδεόταν φιλικά με τον Ιερώνυμο, ο οποίος ήθελε να χωροθετηθεί ο ναός στον Λυκαβηττό».

Οι φιλοδοξίες ενός κιτς καθεστώτος

Τελικά,  κατά τη διάρκεια της Επταετίας, η χούντα πραγματοποίησε τρεις αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Σε κάθε διαγωνισμό, το εγχείρημα αποκτούσε όλο και πιο φαραωνικές διαστάσεις, κάτι που σημαίνει ότι η υλοποίηση έγινε ανεδαφική. Στο πλαίσιο της έρευνας, ο κ. Αντωνίου συνάντησε και πραγματοποίησε συνέντευξη με τον Στυλιανό Παττακό και τη Δέσποινα Παπαδοπούλου, οι οποίοι του μίλησαν για το ζήτημα. 

«Αν το Τάμα του Εθνους είχε πραγματωθεί, η Αθήνα θα ήταν μια πολύ διαφορετική πόλη», λέει ο πανεπιστημιακός του Columbia. «Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Παττακού, η χούντα επιθυμούσε να δημιουργηθεί η λεωφόρος του Τάματος, σημείο αφετηρίας της οποίας θα ήταν το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη στην πλατεία Συντάγματος. Θα διέσχιζε υπόγεια τον Λυκαβηττό και θα τερμάτιζε στον μεγάλο περίβολο του Ναού του Σωτήρα στα Τουρκοβούνια. Εκεί μάλιστα έγιναν και κάποιες εργασίες εκβραχισμών και επιχωματώσεων».

Σύμφωνα με τον ερευνητή, άλλος ένας μύθος που αφορά το «Τάμα» έχει να κάνει με τα χρήματα που συγκέντρωσαν οι χουντικοί για την ανέγερση, τα οποία διασπαθίστηκαν και αυτό ενεγράφη στη συλλογική μνήμη κατά τη μεταπολίτευση ως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της Επταετίας. Ο πανεπιστημιακός πιστεύει ότι το ποσό δεν ήταν τόσο μεγάλο, αλλά οι ίδιοι οι χουντικοί το πολλαπλασίαζαν για να αποδείξουν τον παλλαϊκό χαρακτήρα του εγχειρήματος και τη σύσσωμη στήριξη των εφοπλιστών της εποχής.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι στη δημόσια συζήτηση του θέματος, κατά τα μεταπολιτευτικά χρόνια, φαίνεται να ενισχύθηκαν διάφορες αντιλήψεις που δεν αληθεύουν. «Οπως ότι ο Ναός του Σωτήρα ήταν πρωτοβουλία των συνταγματαρχών, που βέβαια και το ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς προωθούσε», προσθέτει ο πανεπιστημιακός. «Πολλοί δημοσιογράφοι, για παράδειγμα, ισχυρίζονται ότι μοναδικοί υποκινητές της “εθνικής αυτής προσπάθειας” ήταν ο Στυλιανός Παττακός, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, καθώς και η δεύτερη σύζυγος αυτού Δέσποινα, αφού η αναβίωση ενός τέτοιου εγχειρήματος πιστεύουν ότι δεν μπορεί παρά να αντανακλά τις αρχιτεκτονικές φιλοδοξίες ενός κιτς στρατιωτικού καθεστώτος και να προσελκύει λίγους περιθωριακούς αρχιτέκτονες, των οποίων το έργο δεν μπορεί παρά να είναι –εξ ορισμού– φρικτό», τονίζει. Κάτι που, επίσης, δεν ισχύει.

Ποιοι αρχιτέκτονες πήραν μέρος; Η αλήθεια είναι  ότι στη Μεταπολίτευση δεν υπάρχουν πολλές πηγές για το ζήτημα του Τάματος και όσα κείμενα γράφτηκαν μετά την πτώση των συνταγματαρχών αποτυπώνουν το έντονο αντιχουντικό πνεύμα της εποχής. Μεγάλο μέρος των πληροφοριών προέρχεται, πάντως, από άρθρα και εκδόσεις του περιοδικού «Αντί», το οποίο δίνει το στίγμα της χουντικής κακογουστιάς χωρίς να αναφέρεται στην περίπλοκη ιστορία του ζητήματος. Ο κ. Αντωνίου τονίζει: «Το “Αντί” δίνει έμφαση στο διδακτορικό κιτς και πολιτικοποιεί την αισθητική, ώστε να χαρακτηριστεί η χούντα φασιστική και να συνδεθεί με τον Μουσολίνι, τον Χίτλερ, τον Μεταξά κ.λπ.

Παρά τον ισχυρισμό του περιοδικού περί της συμμετοχής λίγων περιθωριακών αρχιτεκτόνων, “λίγων μικρών Παπαδόπουλων” όπως γράφει το άρθρο, υπήρξε σημαντικό ενδιαφέρον από μέρους της αρχιτεκτονικής κοινότητας, ενώ το καθεστώς είχε αναγκάσει διακεκριμένους αρχιτέκτονες και ακαδημαϊκούς, όπως ο Ιωάννης Βικέλας και ο Νίκος Μουτσόπουλος, να συμμετάσχουν σε επιτροπές για να νομιμοποιήσει έτσι το εγχείρημα. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το “Τάμα του Εθνους”, όπως και το τζαμί της Αθήνας, αποτελεί ένα φαντασιακό τόπο όπου εκφράζονται και εννοιολογούνται το έθνος, ο ελληνισμός, η εθνική ταυτότητα και συνείδηση. Σίγουρα το εγχείρημα δεν βρίσκει απήχηση μόνο σε μερικούς βουλευτές, αλλά χαίρει της υποστήριξης ιεραρχών, ανώτατων στρατιωτικών και δικαστικών», καταλήγει ο κ. Αντωνίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ