ΜΟΥΣΙΚΗ

Εθνική ταυτότητα χωρίς περιγραφικό φολκλόρ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Η Χριστίνα Παντελίδου απέδωσε με πλαστικότητα το κοντσέρτο για αγγλικό κόρνο του Πέτερις Βασκς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Πολλαπλά ενδιαφέρουσα αποδείχθηκε η συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις 10 Φεβρουαρίου. Υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, το σύνολο ήχησε πολύ πιο πειθαρχημένο και συντονισμένο απ’ ό,τι συνήθως και μάλιστα σε έργα που ξεφεύγουν από το ρεπερτόριο με το οποίο είναι εξοικειωμένο. Το πρόγραμμα περιλάμβανε συνθέσεις με τελείως διαφορετικές απαιτήσεις μεταξύ τους, όπως η συμφωνική σουίτα από την όπερα «Η φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη, το κοντσέρτο για αγγλικό κόρνο του Πέτερις Βασκς και η ραψωδία «Τάρας Μπούλμπα» του Λέος Γιάνατσεκ.

Αρχή έγινε με τη σύνθεση του Κουμεντάκη, η οποία ακούστηκε σε παγκόσμια πρώτη. Η σουίτα περιλάμβανε υλικό από την πρώτη πράξη της όπερας. Ακούγοντάς την δίχως το ερέθισμα της σκηνικής παρουσίασης, μπορούσε κανείς να εστιάσει στις καθαρά μουσικές ποιότητές της. Παρατηρούσε τον βαθμό στον οποίο η δραματική ένταση του έργου είναι «γραμμένη» στη μουσική, προκύπτει από αυτήν, κάτι διόλου αυτονόητο. Το δραματικό πλαίσιο της υπόθεσης προέκυπτε με σαφήνεια από τον διάλογο ανάμεσα στην ιδεαλιστικά μελωδική γραμμή του εκάστοτε σολιστικού πνευστού και στα έγχορδα, των οποίων η ταραχή απεικονίζει εξίσου την απειλητική θάλασσα που καταπίνει –ή λυτρώνει– τη γραία Χαδούλα αλλά και όσα συμβαίνουν μέσα στην ψυχή της, η οποία βρίσκεται σε σύγχυση. Η μεταγραφή των φωνών αποκάλυψε το μέτρο της ενόργανης γραφής γι’ αυτές, καθώς το σαξόφωνο (Στάθης Μαυρομμάτης), το όμποε (Γιάννης Οικονόμου), το φαγκότο (Βασίλης Λιοδάκης), το κλαρινέτο (Σπύρος Μουρίκης), απέδωσαν τη μουσική, προσθέτοντας το ξεχωριστό ηχόχρωμα καθενός από τα ξύλινα αυτά πνευστά. Φάνηκαν επίσης ο τρόπος και η ποιότητα της επιτυχημένης προσαρμογής «παραδοσιακού» υλικού στον ήχο και τις δυνατότητες μιας μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας, ενώ η «εθνική» ταυτότητα της μουσικής υπήρξε σαφής χωρίς καταφυγή στο φολκλόρ ή σε ένθετες αναφορές.

Ποιητική Παντελίδου

Επόμενο έργο, το Κοντσέρτο του Βασκς είχε την τύχη μιας πολύ καλής σολίστ από τις τάξεις της ορχήστρας, της Χριστίνας Παντελίδου. Η ατμοσφαιρική αυτή σύνθεση στηρίζεται κυρίως στην ποιότητα του ήχου και στη μουσικότητα του σολίστα, καθώς πρωτίστως αυτά τα στοιχεία μπορούν να δώσουν ενδιαφέρον στα δύο αργά μέρη, τις «Ελεγείες» του έργου. Γνωστή από τη συμβολή της σε πάμπολλες συνθέσεις, ανάμεσα στις οποίες και το σόλο στην Ενατη συμφωνία του Ντβόρζακ, η Παντελίδου απογείωσε τη μουσική χάρη σε ένα ήχο παλλόμενο και εκφραστικό, με λεπτές διαβαθμίσεις δυναμικής και θερμές αποχρώσεις. Η ίδια πλαστικότητα έδωσε ενδιαφέρον και στις πιο ζωηρές ενότητες, τις οποίες η Παντελίδου αντιμετώπισε με δεξιοτεχνική σιγουριά.

Αυτή τη φορά, κατ’ εξαίρεση για την Κρατική των τελευταίων μηνών και τα δύο μέρη της συναυλίας ήταν το ίδιο καλά προετοιμασμένα. Αναμφίβολα, το πολύ καλό αποτέλεσμα στην έξοχη ραψωδία «Τάρας Μπούλμπα» του Γιάνατσεκ οφειλόταν στην πείρα και στις ικανότητες του Λουκά Καρυτινού. Μαζί με την Κρατική ανέδειξε πειστικά τον χαρακτήρα καθενός από τα τρία επεισόδια της τραγικής αφήγησης. Ειδικότερα, στο δεύτερο επεισόδιο, τον «Θάνατο του Οσταπ» υπήρχε ένταση και βία αλλά δίχως αιχμές, ενώ στο τρίτο, την «Προφητεία και τον θάνατο του Τάρας Μπούλμπα» με την καθοριστική συμμετοχή του εκκλησιαστικού οργάνου, δόθηκε μεγαλοπρέπεια αλλά αποφεύχθηκε ο στόμφος.

Νότες χωρίς άρθρωση

Μία εβδομάδα νωρίτερα, στην ίδια αίθουσα η εικόνα της ορχήστρας ήταν πολύ διαφορετική. Υπό τη διεύθυνση του Γερμανού αρχιμουσικού Φρανκ Μπέρμαν, η Κρατική περιορίστηκε στη σχετικά αξιοπρεπή απόδοση της Δεύτερης συμφωνίας του Καρλ Νίλσεν. Συντονισμένα και με πειθαρχία αναδείχθηκαν οι τύποι ανθρώπων που περιγράφει ο Δανός συνθέτης, όπως η εκρηκτική διάθεση του «χολερικού» και η μέθη του «αιμάτινου». Στα αργά, λικνιστικά πορτρέτα ο Μπέρμαν ανέδειξε τη δραματουργική ένταση της σκέψης του Νίλσεν, διατηρώντας τον παλμό στα εκτενή μελωδικά τόξα της μουσικής χάρη σε μελετημένους τονισμούς και τις αυξομειώσεις της δυναμικής.

Λιγότερο επιτυχημένο υπήρξε το πρώτο μέρος της συναυλίας. Ηταν μία από εκείνες τις βραδιές, κατά τις οποίες τα χάλκινα δεν φάνηκε να συνεργάζονται με τον καλύτερο τρόπο. Επιπλέον, ο Μπέρμαν δεν μπόρεσε να αναδείξει τον διακριτό χαρακτήρα καθενός από τα μέρη στα «Πεύκα της Ρώμης» του Ρεσπίγκι, την ανάλαφρη διάθεση του πρώτου, τη μυσταγωγική του δεύτερου ή την ποιητική του τρίτου. Μονάχα το εμβατήριο του τελευταίου μέρους φάνηκε να εμπνέει την Κρατική και να οδηγεί στον επαρκή συντονισμό των εγχόρδων της.

Σημαντικά προβλήματα συντονισμού έπληξαν επίσης το Κοντσέρτο σε σολ μείζονα του Ραβέλ. Μεγάλο μέρος της ευθύνης ανήκε στη νεαρή πιανίστρια Αλεξία Μουζά, καθώς η συχνά αδικαιολόγητα μεγάλη ταχύτητά της απέβαινε επιπλέον σε βάρος της άρθρωσης της μουσικής: νότες, παιγμένες ταχύτατα και καθαρά αλλά χωρίς αίσθηση δομής, αναδεικνύουν τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του ερμηνευτή, όχι όμως τις ποιότητες της γραφής του Ραβέλ. Προφανώς, η μηχανιστική όψη της μουσικής, ιδιαίτερα στο τρίτο μέρος, αποδόθηκε καλύτερα, από την τρυφερή, αισθησιακή, λικνιστική διάθεση του περίφημου αργού μεσαίου μέρους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ