ΕΛΛΑΔΑ

Υπάρχει αγάπη, υπάρχει ελευθερία;

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο Γιώργος Λάνθιμος και ο Ευθύμης Φιλίππου είναι υποψήφιοι για το Οσκαρ πρωτότυπου σεναρίου για τον «Αστακό». Στη φωτ. ο Κόλιν Φάρελ, που πρωταγωνιστεί και στη νέα ταινία τους (2017).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε λίγες ώρες, Κυριακή αργά το βράδυ για την Ελλάδα, στην 89η απονομή των βραβείων Οσκαρ στο Λος Αντζελες, ο Γιώργος Λάνθιμος με τον Ευθύμη Φιλίππου θα ζήσουν για άλλη μία φορά την αγωνία της αναγγελίας του νικητή. Το 2011 ο «Κυνόδοντας» ήταν υποψήφιος για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, έξι χρόνια μετά ο «Αστακός» είναι μέσα στην πεντάδα για το καλύτερο πρωτότυπο σενάριο. Εν τω μεταξύ, έχουν προηγηθεί πολλά βραβεία και διακρίσεις: «Κινέττα» (2005), «Κυνόδοντας», «Αλπεις»... Το 2017 θα προβληθεί η νέα, αγγλοαμερικανική, συμπαραγωγή «The killing of a sacred deer», που είναι στο στάδιο του μοντάζ, με πρωταγωνιστές τον Κόλιν Φάρελ και τη Νικόλ Κίντμαν.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος είναι εγκατεστημένος στο Λονδίνο, ο σεναριογράφος Ευθύμης Φιλίππου παραμένει στο Παγκράτι, και οι δύο διαχειρίζονται την εκτίναξη στη δημοσιότητα και τη διεθνή αναγνώριση με προσοχή, σαν να βρίσκονται σε ναρκοπέδιο. Είναι φειδωλοί στις συνεντεύξεις, αποφεύγουν τις «εκτός θέματος» ερωτήσεις, περί πολιτικής ή προσωπικών δεδομένων. Στην ερώτησή μας στον Γ. Λάνθιμο πώς αισθάνθηκε από την απότομη αλλαγή στη ζωή του, «από ένα μικρό σε ένα μεγάλο κόσμο», διευκρίνισε: «Απρόσμενη, όχι απότομη. Προηγήθηκε μια πορεία για το πώς θα κάνουμε τα πράγματα που θέλουμε χωρίς να συμβιβαστούμε. Με μεγάλη υποστήριξη από φίλους και γνωστούς. Χωρίς πρόθεση και χωρίς πρόβλεψη ότι μπορεί να υπάρξει αυτή η εξέλιξη...».

Η έμφυτη απόσταση από τον συνομιλητή, που εισπράττεται άλλοτε ως άμυνα, άλλοτε ως υπεροψία, ακολουθεί τον Γιώργο Λάνθιμο από τα πρώτα δημόσια βήματά του. Η πρώτη μας συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην «Κ» το 2005 (04/09). Ηταν η μεγάλη κινηματογραφική έκπληξη εκείνου του καλοκαιριού, η ανακάλυψη του Φεστιβάλ του Τορόντο. Μια τυχαία λοξοδρόμηση από την εθνική οδό τον έφερε σε ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο τού άλλοτε δημοφιλούς θέρετρου, της Κινέτας. Εκεί όπου γύρισε μια εντελώς χειροποίητη, αφτιασίδωτη, πειραματική, ως προς τη σκηνοθετική φόρμα της, ταινία: «Ολα τα στοιχεία είναι εντελώς ρεαλιστικά, αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει μη ρεαλιστικό», μας είχε πει τότε. «Και μόνο που κινηματογραφείς την πραγματικότητα μετατρέπεται σε κάτι άλλο».

Οταν η ίδια ταινία προβλήθηκε στην ΕΡΤ (τέλη καλοκαιριού του 2011), τον συναντήσαμε σε μια τηλεοπτική συνέντευξη μαζί με τους ηθοποιούς του, Αρη Σερβετάλη, Ευαγγελία Ράντου, Κώστα Ξυκομηνό. Τότε, ανάμεσα σε άλλα, είχε υπογραμμίσει ότι «το ελληνικό σινεμά είναι εισαγόμενο στην Ελλάδα», εννοώντας ότι πρέπει να έρθει αναγνωρισμένο και με περγαμηνές από το εξωτερικό για να σταδιοδρομήσει και στη χώρα μας. Δεν είχε άδικο. Από όσες συνομιλίες προηγήθηκαν και ακολούθησαν, υπάρχει μία που δεν δημοσιεύτηκε στην ώρα της και έγινε με αφορμή την προώθηση του «Αστακού» στις αίθουσες (τον Οκτώβριο του 2015). Από αυτήν την, αδημοσίευτη, συνέντευξη, σταχυολογώ:

– Οι ήρωες των ταινιών σας ζουν σε συνθήκες ενός πειράματος. Σαν να ρυθμίζετε την πίεση και τη θερμοκρασία και να τους παρακολουθείτε πώς θα αντιδράσουν.

– Στην ουσία καθορίζουμε και τις αντιδράσεις, γράφοντας το σενάριο. Κατασκευάζουμε ένα σύστημα δραματουργικό στο οποίο βάζουμε τους χαρακτήρες να έχουν μια πορεία και συμπεριφορά. Με τον Ευθύμη δουλεύουμε πολλά χρόνια μαζί. Χτίζεται έτσι σε μακρύ χρόνο η ιδέα, πλάθεται και δημιουργείται. Πολλά δεν θυμόμαστε από πού προέρχονται. Δεν υπάρχει προσπάθεια για κάτι πιο περίεργο. Iσως πιο πρωτότυπο, αλλά όχι πιο περίεργο. 

– Αυτοσχεδιάζουν οι ηθοποιοί;

– Σε μικρό βαθμό. Ειδικά εδώ (σ.σ.: στον «Αστακό») όπου έχουμε κατασκευάσει έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό μας, είναι δύσκολο να αφεθεί ελεύθερος ο διάλογος ή η συμπεριφορά. Προσπαθούμε να αυτοσχεδιάσουμε μόνον όταν ο κώδικας ανάμεσα στους ηθοποιούς έχει ήδη κατακτηθεί. Είναι λίγες οι στιγμές του αυτοσχεδιασμού. Βοηθάει και στη δική μας κατανόηση. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος γι’ αυτό που φτιάχνεις και πώς θα καταλήξει.

– Ο αυτοτραυματισμός ενός από τους κεντρικούς ήρωες είναι ένα μοτίβο που επιστρέφει σε όλες τις ταινίες σας.

– Δεν έχω απάντηση σ’ αυτό. Τα πράγματα συμβαίνουν ασυνείδητα. Οταν δημιουργείς κι έχεις διαλέξει ως πεδίο το σινεμά ή τη συγγραφή, διαμορφώνεις την προσωπικότητα και το γούστο σου για λόγους που δεν σου είναι γνωστοί. Οι άνθρωποι, έξω από την ταινία, μπορούν να πουν και να παρατηρήσουν περισσότερα πράγματα από εμένα. Είμαι ανοικτός σε οποιαδήποτε ανάγνωση. Οι ταινίες δεν είναι κλειστά συστήματα. Το αντίθετο. Είναι το έναυσμα για σκέψεις. 

– Η αγάπη, επίσης, μοιάζει να είναι ένα συναίσθημα σε έλλειψη ή απόν.

– Αναρωτιέμαι αν μπορούμε να αντιληφθούμε την πραγματική αγάπη με τον τρόπο που ο κόσμος είναι φτιαγμένος. Πώς μπορούμε να απελευθερωθούμε και να καταλάβουμε τι είναι αυτό που θέλουμε και μας συγκινεί. Αναρωτιέμαι αν κάποια στάση μπορεί να χαρακτηριστεί σωστή και θετική. Αν υπάρχει ελευθερία για τον καθένα να αποφασίσει αυτό που θέλει. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει αγάπη και μπορεί να λειτουργήσει.

Για την κρίση

Το φθινόπωρο του 2015 ο Γ. Λάνθιμος είχε περάσει από την Ελλάδα ως, διεθνής πλέον, επισκέπτης της. Τον ρώτησα αν η κρίση ήταν η αιτία της εγκατάστασής του στο εξωτερικό και απάντησε κατηγορηματικά «όχι». «Στον χώρο που κινούμαστε δεν έχει σχέση η κρίση. Πάντα υπήρχε πρόβλημα με τους κινηματογραφιστές. Ηταν μικρή η υποστήριξη». Τον ρώτησα αν θα έβγαινε στον δρόμο με μια κάμερα να καταγράψει εικόνες της κρίσης και απάντησε και πάλι, κατηγορηματικά, «όχι». «Δεν είναι αυτός ο τρόπος που προσεγγίζω το σινεμά ή τη ζωή.

Θα μου φαινόταν υποκριτικό και σαν να προσπαθείς να εκμεταλλευτείς ανθρώπους που βρίσκονται σε μια τραγική κατάσταση».

Ανάμεσα στον χρόνο που μεσολαβούσε από το ένα ταξίδι του στο άλλο, έβλεπε αλλαγές στην Αθήνα; Τον απασχολούσαν τα πολλά κλειστά μαγαζιά αλλά από την άλλη έβλεπε κι άλλα να ανοίγουν. Ηταν προσεκτικός στις παρατηρήσεις του και μετρημένος. Εκτός από μια επισήμανση: «Η Ελλάδα έχει αυτή τη ζεστασιά ανάμεσα στους ανθρώπους. Ενα δίχτυ κοινωνικό που δεν το βλέπεις σε άλλες χώρες. Οπως υπάρχει μια γενναιοδωρία με τους Ελληνες. Συναισθηματική και υλική. Με το ελάχιστο. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι ακριβό ή πολύ.

Ειδικά αν φανταστείς ότι βρίσκονται σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις πόσο γενναιόδωροι είναι οι Ελληνες, με τους φίλους τους, τους γνωστούς τους». 

​​Τα υπόλοιπα τέσσερα πρωτότυπα σενάρια που διεκδικούν μαζί με τον «Αστακό» το Οσκαρ είναι: «Hell or High Water» («Πάση θυσία»), «La La Land», «Manchester by the Sea» («Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα») και «20th Century Women».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ