ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Αθήνα δεν έχει λόγο να «παίζει» καθυστερήσεις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ανάλυση

Ο νέος γύρος διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς, που ξεκίνησε χθες, έχει κατ’ αρχήν προγραμματιστεί να διαρκέσει μία εβδομάδα. Αν στη διάρκεια αυτών των ημερών διαπιστωθεί ότι υπάρχει επαρκής σύγκλιση ώστε να φτάσουν οι δύο πλευρές σε συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο (staff level agreement), τότε οι επικεφαλής των θεσμών θα παραμείνουν στην Αθήνα για δύο - τρεις ημέρες ακόμη. Αν όχι, τότε θα φύγουν, οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν εκ του μακρόθεν και θα επιστρέψουν μετά το Eurogroup της 20ής Μαρτίου, υπό την προϋπόθεση ότι στο μεσοδιάστημα έχει επιτευχθεί πρόοδος, που θα δικαιολογεί μια τέτοια απόφαση.

Παράλληλα με τις διαβουλεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους πιστωτές, διεξάγεται μία άλλη διαπραγμάτευση, μεταξύ του ΔΝΤ και κάποιων ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως της Γερμανίας και της Ολλανδίας, για την ελάφρυνση του χρέους. Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, η καγκελάριος Μέρκελ στη συνάντησή της με τη διευθύνουσα σύμβουλο του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, στις 22 Φεβρουαρίου, στο Βερολίνο, δέχθηκε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Ταμείου για το ελληνικό χρέος, δηλαδή να συγκεκριμενοποιήσει τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης, τα οποία θα εφαρμοστούν μετά το τέλος του προγράμματος, στα μέσα του 2018. Στην Αθήνα η κυβέρνηση έχει διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τις δικές της πληροφορίες, οι διαφορές μεταξύ του ΔΝΤ και του Βερολίνου εξακολουθούν να είναι σημαντικές και βλέπει τρία σενάρια:

1. Οι διαφορές δεν γεφυρώνονται, το ΔΝΤ δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα και οι Ευρωπαίοι πιστωτές υποχρεώνονται πλέον να επινοήσουν ένα αμιγώς ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης με αποκλειστικά ευρωπαϊκή επιτήρηση. Πέραν των πολιτικών επιπλοκών που θα προκαλέσει, το σενάριο αυτό απαιτεί χρόνο. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν θα είναι έτοιμες όλες οι πλευρές έως τον Ιούλιο, όταν πρέπει να πληρωθούν λήξεις ελληνικών ομολόγων ύψους 6,3 δισ. ευρώ.

2. Το ΔΝΤ και το Βερολίνο αγοράζουν χρόνο, καταλήγοντας σε μια προσχηματική συμφωνία, όπου τα μέτρα ελάφρυνσης δεν συγκεκριμενοποιούνται. Το Ταμείο παραμένει μέχρι νεωτέρας στο πρόγραμμα με λίγα χρήματα και πολλές επιφυλάξεις και όλα ξανασυζητούνται μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Οπως και το πρώτο, έτσι κι αυτό το σενάριο έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιβεβαιωθεί, καθώς το ΔΝΤ φρόντισε να το «σκοτώσει» νωρίς, ξεκαθαρίζοντας πως θέλει τουλάχιστον παραμετροποίηση των μέτρων.

3. Οι δύο πλευρές καταλήγουν σε μια πραγματική συμφωνία, στην οποία η Γερμανία υποχρεώνεται να δώσει ποσοτικοποιημένα μέτρα ελάφρυνσης. Τόσα, όσα χρειάζονται για να φαίνεται βιώσιμο το χρέος. Ο κίνδυνος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι να καθυστερήσει η συμφωνία, καθώς οι δανειστές γνωρίζουν πως η Ελλάδα δεν χρειάζεται άμεσα δόση. Δεδομένου ότι οι μεγάλες λήξεις είναι τον Ιούλιο, μπορεί να διαπραγματεύονται μέχρι τότε. Ωστόσο, για την ελληνική πλευρά, αυτό σημαίνει παράταση της αβεβαιότητας και επιδείνωση του οικονομικού κλίματος.

Η κυβέρνηση έχει μόνο έναν τρόπο να επιταχύνει τα πράγματα προς την κατεύθυνση που θέλει, δηλαδή προς μια συμφωνία που θα ανοίξει τον δρόμο της ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και θα διευκολύνει τη σταδιακή επιστροφή στις αγορές: να φτάσει άμεσα στην τεχνική συμφωνία (staff level agreement) με τους θεσμούς. Οσο η διαπραγμάτευση με την τρόικα είναι ανοικτή, τόσο οι πιστωτές έχουν άλλοθι για να καθυστερούν τον μεταξύ τους συμβιβασμό για το χρέος. Εάν κλείσει η συμφωνία με τους θεσμούς, θα αυξηθεί η πίεση προς το Βερολίνο να κάνει τις εκπτώσεις στο θέμα του χρέους, που ζητεί το ΔΝΤ. Θα μπορέσει, στη συνέχεια, το Ταμείο να πάρει μια απόφαση για συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα έως την εαρινή σύνοδό του στις 21 - 23 Απριλίου και ένα έκτακτο Eurogroup στο τέλος του ίδιου μήνα να επικυρώσει τη συνολική συμφωνία.

Από την αρχή της κρίσης, ο χρόνος δεν ήταν ποτέ σύμμαχος της Αθήνας στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα. Ας το έχουν κατά νου οι υπουργοί τις επόμενες ημέρες, όταν θα περνούν την επιβλητική περιστρεφόμενη πόρτα του «Χίλτον».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ