Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Συντηρώντας το καλό και το κακό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​ίναι πολλά όσα επιδιώκει να συγκρατήσει κανείς παρακολουθώντας την «Πλατεία Ηρώων» του Τόμας Μπέρνχαρντ στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής». Τα φορτία των ηρώων και του τόπου είναι εξάλλου, όπως σε όλα τα έργα του Μπέρνχαρντ, μεγάλα, σύνθετα και με υλικό που προέρχεται από το παρελθόν. Ο χρόνος του έργου είναι ο Μάρτιος του 1988, ακριβώς πενήντα χρόνια μετά την εισβολή του Χίτλερ στην Αυστρία. «Εισβολή» κατ’ ευφημισμόν, αφού η 8η Στρατιά της Βέρμαχτ έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες και λουλούδια... Στην Πλατεία Ηρώων της Βιέννης ο Χίτλερ έβγαλε λόγο μπροστά σ’ ένα πλήθος 200.000 Αυστριακών, που παραληρούσαν από ενθουσιασμό. Το έργο του Μπέρνχαρντ διαδραματίζεται την ημέρα της κηδείας του Εβραίου καθηγητή Γιόζεφ Σούστερ, ο οποίος αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός του στην Πλατεία Ηρώων.

Το παρελθόν είναι ένας διαρκής, υπόκωφος βόμβος σε ό,τι σκέφτονται οι ήρωες, στον τρόπο που μιλούν, λειτουργούν, αντιδρούν. «Ολόκληρη η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια διαρκή πρόκληση πόνου», υποστηρίζει ο Μπέρνχαρντ, υποθηκεύοντας ταυτόχρονα το μέλλον σε μια ατμόσφαιρα «ψυχρή και εχθρική». Και όμως αυτός ο «φανατικός της μοναξιάς» συγγραφέας εμβαθύνει στις ανθρώπινες σχέσεις, χαρτογραφώντας με ασφυκτική ακρίβεια το σκοτεινό και δυσώδες, τη μεγαλομανία και την πλεονεξία, τον υφέρποντα φασισμό του καθενός, της κοινωνίας, της πολιτικής. Τον φασισμό που πριν γίνει ορατός, έχει σταδιοδρομήσει ως αθέατος.

Σε μια σκηνή της παράστασης (σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά), όπου, μετά την κηδεία του καθηγητή, συναντιέται η οικογένειά του, ο αδελφός του, καθηγητής Ρόμπερτ (Χρήστος Στέργιογλου), αναφέρεται στις εφημερίδες – «φυλλάδες». Δεν είναι, ενδεχομένως, από τις μείζονες σκηνές ως προς τη συγκρουσιακή ή συναισθηματική εμβέλεια, είναι όμως καθοριστική για την αντίληψη του Μπέρνχαρντ για το πώς χτίζονται ο λαϊκισμός, ο εθνικοσοσιαλισμός, η ανθρώπινη άγνοια, η βαναυσότητα, η οργή. Λέει, λοιπόν, ο καθηγητής Ρόμπερτ (μετάφραση Ερι Κύργια – η στίξη είναι δική μας. Στο πρωτότυπο δεν υπάρχουν τελείες): «Αυτές τις βρωμιές τις διαβάζουμε όμως κάθε μέρα, τις καταπίνουμε. Γιατί αυτές μας ενδιαφέρουν και γιατί μας συναρπάζουν. Το αποκαλούμενο υψηλό επίπεδο ήταν ανέκαθεν βαρετό.

Αυτό που αναζητούμε στις εφημερίδες είναι το κατακάθι. Στις καθημερινές μου διανοητικές συνήθειες δεν μου χρειάζονται οι εφημερίδες. Ο απόλυτος πρωτογονισμός των αυστριακών φυλλάδων είναι αυτό που μου χρειάζεται κάθε πρωί. (…) Το κατακάθι είναι συνταρακτικό.

Κι αυτό το αγοραίο συνταρακτικό είναι απαραίτητο στη ζωή. Ιδίως στα γεράματα».

Μπορεί ο εμφανής στόχος του Μπέρνχαρντ να είναι ο αυστριακός Τύπος και η υποκρισία του. Ομως η καταγραφή τού τι «ενδιαφέρει» και «συναρπάζει» δεν είναι μόνο μια αποτύπωση της (διαχρονικής) έλξης που ασκούν ο πρωτογονισμός, το αγοραίο και της βαρεμάρας που προκαλεί το «αποκαλούμενο υψηλό επίπεδο». Η αποδοχή από τον καθηγητή μιας πραγματικότητας είναι, ταυτόχρονα, και ο τρόπος αναίρεσής της. Γιατί, στη συνέχεια, μιλώντας για την «κουλτούρα εφημερίδας» παραδέχεται ότι «ωστόσο, εδώ στην Αυστρία λείπει μια εφημερίδα όπως η Neue Zürcher Zeitung. Αυτό το παραδέχομαι. Ακόμη κι αν πάντα βαριέμαι την ανάγνωσή της...». Αποκαλύπτει ότι είναι συνδρομητής αυτής της, εξαιρετικά υψηλού επιπέδου, εφημερίδας, ότι είναι μια συνήθεια δεκαετιών, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να ζήσει. Τη διαβάζει, δεν τη διαβάζει, προτιμά τη χαύνωση των φυλλάδων, «που αυξάνουν ραγδαία την κυκλοφορία του αίματος πρωί πρωί» ή όχι, στο μονόλογό του εισβάλλει δραστικά η υπόμνηση ότι η ποιότητα αρκεί να είναι εκεί, να υπάρχει, ακόμη κι αν «βαριέται την ανάγνωσή της». Να αποτελεί μέρος ενός σύμπαντος που, ακόμη κι όταν εκπίπτει στη φτήνια, προσφέρει τη λοξοδρόμηση στο «υψηλό επίπεδο». Που μπορεί να συντηρεί το καλό ακόμη και με την ίδια ένταση ή νωθρότητα που παραδίδεται στο κακό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ