ΜΟΥΣΙΚΗ

Ελληνες μουσικοί με πληθωρικό ταλέντο

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ινούι, Κλέκνερ και Βαρβαρέσος απέδωσαν με συναρπαστικό τρόπο έργα των Ντβόρζακ και Τσαϊκόφσκι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Λόγω της κρίσης οι συναυλίες συμφωνικής μουσικής στην Αθήνα έχουν περιοριστεί σημαντικά, καθώς οι μετακλήσεις ξένων συνόλων έχουν μειωθεί. Παραμένουν κυρίως οι βραδιές μουσικής δωματίου, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται μια νέα γενιά Ελλήνων μουσικών με εντυπωσιακό ταλέντο και ευρείς ορίζοντες. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συναυλίες πραγματοποιήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου στον Παρνασσό από το Τρίο «Bell’ arte», μέλη του οποίου είναι ο Ελληνοϊάπωνας βιολονίστας Νώε Ινούι, ο Γερμανός τσελίστας Μπένεντικτ Κλέκνερ και ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος. Το πρόγραμμά τους περιλάμβανε δύο γιγάντια, σχεδόν ωριαίας διάρκειας έργα, το τρίτο Τρίο για πιάνο σε φα ελάσσονα, έργο 65, του Ντβόρζακ και το Τρίο για πιάνο σε λα ελάσσονα, έργο 50, του Τσαϊκόφσκι.

Σιγουριά και ακρίβεια

Το πληθωρικό ταλέντο και η στυλιστική σιγουριά των τριών νεαρών μουσικών έδωσε εξαιρετικής ποιότητας αποτελέσματα. Σπάνια απολαμβάνει κανείς έγχορδα τονικά απολύτως ακριβή και σίγουρα. Ο ήχος του Ινούι, φωτεινός και ισχυρός, δεν γοήτευσε μονάχα στην ευκαιρία που του προσφέρει απλόχερα ο Ντβόρζακ κατά το αργό τρίτο μέρος του έργου του. Ο βιολονίστας οδήγησε εξαιρετικά και συνεργάστηκε δημιουργικά στις δύο συνθέσεις με τους συναδέλφους του. Ο υπέροχος ήχος και κυρίως ο γενναιόδωρος σχηματισμός των μελωδικών φράσεων από τον Κλέκνερ ανέδειξαν τον συναισθηματικό πλούτο της μουσικής του Τσαϊκόφσκι. Αντίστοιχα θετική υπήρξε η συνεισφορά του Βαρβαρέσου, ιδιαίτερα όταν υποστήριξε άριστα την εξαιρετικά απαιτητική γραφή του Τσαϊκόφσκι στο δεύτερο μέρος της σύνθεσής του.

Μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη απόλαυση από τις μεμονωμένες συνεισφορές, προσέφερε η έξοχη συνεργασία των τριών. Μαζί ανέδειξαν το πνεύμα των δύο έργων, σκοτεινό και στις δύο περιπτώσεις, καθώς όταν έγραφαν τη μουσική, Ντβόρζακ και Τσαϊκόφσκι πενθούσαν τον θάνατο αγαπημένων τους προσώπων, ο πρώτος της μητέρας του και ο δεύτερος του φίλου και μέντορά του, πιανίστα και συνθέτη Νικολάι Ρούμπινσταϊν. Αν κάτι έπρεπε να ξεχωρίσει κανείς από τη συνολικά θαυμάσια συναυλία, αυτό θα ήταν η απόδοση της τελικής παραλλαγής του έργου του Τσαϊκόφσκι, ενός εκτενούς τμήματος, το οποίο στην ουσία αποτελεί τρίτο μέρος της σύνθεσης. Ινούι, Κλέκνερ και Βαρβαρέσος συνεργάστηκαν με άριστο συντονισμό και σύμπνοια σε ό,τι αφορούσε συνολικά τις επιλογές ταχυτήτων, δυναμικής και, γενικότερα, έκφρασης, οδηγώντας τη βραδιά στην κορύφωσή της.

Μουσική αντίληψη

Πολυπράγμων αλλά και χαμηλών τόνων, ο Τίτος Γουβέλης είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και πλέον ταλαντούχους Ελληνες πιανίστες. Μέσα από πλήθος προσωπικών ρεσιτάλ, συναυλιών μουσικής δωματίου αλλά και της συμμετοχής του σε συμφωνικές συναυλίες, έχει φανερώσει τις ικανότητές του σε ένα ευρύτατο ρεπερτόριο. Εκτός από τη δεξιοτεχνική επάρκεια σε έργα μεταξύ τους τόσο διαφορετικά όσο οι άκρως εξεζητημένες οπερατικές παραλλαγές του Λιστ και ο επιθετικός μοντερνισμός στις σονάτες του Προκόφιεφ, τις οποίες περιέλαβε στο πιο πρόσφατο ρεσιτάλ του, εκείνο που διακρίνει τις ερμηνείες του είναι η αντίληψη για το εκάστοτε μουσικό κείμενο, τη δομή και τους τονισμούς του, όπως επίσης η αίσθηση του ύφους της μουσικής.

Στις 14 Φεβρουαρίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», ο Γουβέλης επέλεξε να ερμηνεύσει τρεις σονάτες για πιάνο του Σεργκέι Προκόφιεφ, τρία έργα ιδιαίτερα απαιτητικά, όχι μόνο από καθαρά τεχνική άποψη, αλλά κυρίως από ερμηνευτική. Το δεύτερο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς εάν ο πιανίστας δεν αντιλαμβάνεται τον ειρμό της μουσικής και τον τρόπο με τον οποίο είναι αρθρωμένη, το αποτέλεσμα καταλήγει ένας καταρράκτης από ατελείωτες νότες που ο φιλόμουσος ακροατής κατανοεί δύσκολα λόγω της πυκνότητάς του. Τίποτε από αυτά δεν συνέβη χάρη στον Τίτο Γουβέλη.

Δύναμη και τρυφερότητα

Στο πρόγραμμά του ο πιανίστας επέλεξε να ξεκινήσει με τη δεύτερη Σονάτα, έργο του 1914, νεανικό, το οποίο όμως περικλείει ήδη τα βασικά χαρακτηριστικά της ωριμότητας του Προκόφιεφ. Ακολούθησε η πέμπτη σονάτα, η μόνη από τις συνολικά εννέα, που ο συνθέτης έγραψε μακριά από την πατρίδα του, στις Βαυαρικές Αλπεις. Ακούστηκε στην αναθεωρημένη μορφή του 1952/3, που ο Προκόφιεφ επεξεργάστηκε λίγο πριν από τον θάνατό του. Το πρόγραμμα έκλεισε με την όγδοη, τελευταία από τις σονάτες «του πολέμου», η οποία ολοκληρώθηκε το 1944. Σε αυτό το ιδιαίτερα σύνθετο έργο φανέρωσε ο Γουβέλης το σύνολο των ικανοτήτων του, καθώς η μουσική ξεκινά με ένα μελαγχολικό και μυστηριώδες πρώτο μέρος και καταλήγει σε ένα επιβλητικό, δραματικό, γιγάντιο φινάλε, που ο Γουβέλης δάμασε με αξιοθαύμαστη διαύγεια. Η απίστευτη απόσταση ανάμεσα στην τρυφερότητα και στον λυρισμό του πρώτου μέρους και στον πλούτο και στην επιθετικότητα του τελευταίου, δεν φάνηκε να δημιουργεί προβλήματα, αλλά αντίθετα στάθηκε αφορμή να ξεδιπλωθεί μία ευρεία, πλούσια παλέτα ηχοχρωμάτων. Ανάμεσα στα δύο, ο Γουβέλης ανέδειξε τη χάρη του μενουέτου, που βρίσκεται στην καρδιά τού σχετικά συντομότερου δεύτερου μέρους. Ερμηνείες έξοχες, χωρίς ψεγάδι και μία βραδιά που εγγράφεται στις πιο αξιόλογες της αθηναϊκής μουσικής ζωής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ