ΕΛΛΑΔΑ

Νίκος Καραθάνος: «Τα όνειρά μας είναι πιο πραγματικά από τα λεφτά μας»

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Στιγμιότυπο από το «12 am: Awake & Looking Down», μία παράσταση των Forced Entertainment, της βρετανικής ομάδας που επηρέασε το ελληνικό πρωτοποριακό θέατρο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η ζωή βρίσκεται εκεί όπου λιγοστεύει το κακό μέσα σας», λέει στην «Κ» ο Νίκος Καραθάνος, αποδίδοντας τον μεγάλο αριθμό παραστάσεων στην Αθήνα στην ανάγκη τον καλλιτεχνών να βρουν στο θέατρο μια δίοδο για τα όνειρά τους. «Τα όνειρά μας είναι πιο πραγματικά από τα λεφτά μας», προσθέτει με πικρό χαμόγελο ο ηθοποιός και σκηνοθέτης. Το βέβαιο είναι ότι οι 125 σήμερα χώροι στην Αθήνα στους οποίους παρουσιάζονται συνολικά 300 παραστάσεις αποδεικνύουν μόνο ευμάρεια αριθμών. «Οταν υπάρχει κρίση, τα περιθώρια πειραματισμού στενεύουν, γιατί υπάρχει διάχυτος φόβος για ανάληψη μεγάλου ρίσκου», λέει η Κάτια Αρφαρά, καλλιτεχνική διευθύντρια Θεάτρου και Χορού της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. «Κάνουμε ένα θέατρο γενναιότητας», προσθέτει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου.

Ειδικότερα, το ελληνικό θέατρο, μετά τη μεγάλη άνθηση από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, βρίσκεται σε φάση εσωτερικής αυταρέσκειας, όπως παρατηρεί στην «Κ» ο Γιάννης Ιωαννίδης, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Παν. Αθηνών και κριτικός θεάτρου. «Επειδή για περίπου τρεις δεκαετίες δίνονταν κρατικές επιχορηγήσεις στην Ελλάδα, παρότι έχουν σταματήσει οι επιχορηγήσεις, το θέατρο μοιάζει να συνεχίζει να κινείται στον αστερισμό τους», προσθέτει, τονίζοντας ωστόσο ότι το επίπεδο των θεατρανθρώπων έχει βελτιωθεί. Σε αυτό συνέβαλε και η άνθηση του Φεστιβάλ Αθηνών επί Γιώργου Λούκου.

«Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 άρχισαν να διαμορφώνονται οι τάσεις που διακρίνουμε σήμερα στο θέατρο», παρατηρεί η κ. Αρφαρά. Σύμφωνα με την ίδια, από τις κύριες τάσεις είναι ότι το κείμενο έπαψε να είναι ο μόνος, βασικός πυρήνας μιας δουλειάς. Υπάρχουν θεατρικές ομάδες (όπως οι Blitz και οι Vasistas) που αναπτύσσουν το θέατρο της επινόησης (devised theatre), στο οποίο η διαδικασία της πρόβας είναι εξίσου σημαντική όσο το αποτέλεσμα. Οι ομάδες αυτές επηρεάστηκαν από τη βρετανική ομάδα Forced Entertainment, ενώ ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκε με το devised theatre στην Ελλάδα.

Μία άλλη τάση είναι το «θέατρο της μουσικότητας». Σε αυτό εστιάζουν ο Θόδωρος Αμπαζής, οι ομάδες Vasistas και ΑΤΟΝΑλ, ενώ και ο Θωμάς Μοσχόπουλος έχει κάνει αίσθηση στο πώς συνθέτει μια παράσταση σαν παρτιτούρα.

Εκτός από τον τρόπο σύλληψης μιας παράστασης, η πολυεπίπεδη κρίση συνέβαλε στην αλλαγή των θεματικών με τις οποίες καταπιάνονται οι Ελληνες καλλιτέχνες. «Βασικός άξονας θεματικής είναι η ταυτότητά μας», λέει ο κ. Ιωαννίδης. «Αναζητούν την ελληνικότητα με παιγνιώδη, ειρωνικό, αλλά βαθιά συγκινητικό τρόπο. Πετροβολούν μια εικόνα σαν να πετροβολούν τον εαυτό τους», προσθέτει φέρνοντας παράδειγμα την «Γκόλφω» του Καραθάνου. Παράλληλα, η ελληνική εκδοχή του θεάτρου-documento έχει αποκτήσει έντονο πολιτικό σχολιασμό. Σύμφωνα με τον κ. Ιωαννίδη, υπάρχουν πολιτικές παραστάσεις συνόλου που επικεντρώνονται στην έννοια της χορικότητας, δηλαδή πώς συνδέεται ο χορός, η ομάδα, το σύνολο με το πολιτικό ζήτημα της Ελλάδας».

Βεβαίως, καθώς έως τώρα οι μόνες πηγές στήριξης των πειραματικών ομάδων είναι τα κρατικά θέατρα και η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, πολλές ομάδες δεν αντέχουν και διαλύονται, ενώ μεγάλη πλειονότητα συντελεστών πληρώνεται με ποσοστά, που μπορεί να είναι ελάχιστα. Από την άλλη, ο πληθωρισμός των παραστάσεων αποδίδεται στο ότι πολλές ομάδες οργανώνουν μία παράσταση εθελοντικά, με στόχο να δείξουν τη δουλειά τους και να βρουν χρηματοδότηση από τα ιδρύματα στην Ελλάδα και από ευρωπαϊκά προγράμματα. «Το θέμα της παραγωγής είναι πολύ βασικός όρος για την ποιότητα των θεατρικών παραστάσεων σε βάθος χρόνου», παρατηρεί στην «Κ» ο Δημήτρης Τάρλοου, ο οποίος ως υπεύθυνος του θεάτρου «Πορεία» έχει επιτύχει τον πολύ δύσκολο στόχο το υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να φέρνει και πολύ καλές εισπράξεις. «Στην Ελλάδα υπάρχει πάθος και αυταπάρνηση από την πλευρά των καλλιτεχνών, ωστόσο παρατηρείται έλλειμμα επαγγελματισμού στο σκέλος της παραγωγής», λέει ο κ. Τάρλοου, συμπληρώνοντας ότι «σκηνοθέτες όπως ο Λευτέρης Βογιατζής, αλλά και το Φεστιβάλ Αθηνών, εξοικείωσαν ένα μεγάλο μέρος του κοινού με το πρωτοποριακό θέατρο. Ωστόσο, το θεατρόφιλο κοινό είναι περιορισμένο και άρα, για να διατηρηθεί ένα θέατρο ακμαίο, με όρους εμπορικότητας, οφείλει να πετύχει τη σύζευξη εμπορικότητας - ποιότητας».

Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι στην ισορροπία ποιότητας - εμπορικότητας επενδύουν και τα μεγάλα κεντρικά θέατρα, καθώς πλέον η ελληνική τηλεόραση που επί χρόνια «ποδηγετούσε» τις επιλογές του αμιγώς εμπορικού θεάτρου, περνάει κρίση. «Η τηλεόραση έβαλε στο θέατρο ανθρώπους που δεν το “ήξεραν” ως μορφή ψυχαγωγίας τους. Το στοίχημα είναι το θέατρο να πάρει αυτό τον θεατή και να του ανοίξει νέους ορίζοντες», παρατηρεί στην «Κ» η ηθοποιός Ρένια Λουιζίδου. Και όπως σημειώνει ο Νίκος Καραθάνος: «Ολα αυτά είναι σημάδια μιας αλλαγής. Αν συμβεί ως ανανέωση, θα είναι κάτι υπέροχο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ