ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι εξαγορές - συγχωνεύσεις, μοντέλο για εξυγίανση επιχειρήσεων

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις γίνονταν στις περισσότερες των περιπτώσεων ανάμεσα σε εταιρείες υγιείς, με υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια και με στόχο τη δημιουργία υψηλής προστιθέμενης αξίας. Πλέον, στην Ελλάδα της κρίσης, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις αποτελούν στην πραγματικότητα μέθοδο αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων, οδηγώντας σχεδόν αναγκαστικά σε μια βίαιη αναπροσαρμογή του επιχειρηματικού χάρτη της χώρας.

Παραδείγματα

Βεβαίως, το μοντέλο αυτό δεν ακολουθήθηκε σε όλες τις περιπτώσεις και είδαμε επιχειρήσεις, μικρές και μεγάλες, όπως για παράδειγμα την αλυσίδα σούπερ μάρκετ «Ατλάντικ» παλιότερα, τη βιομηχανία Nutriart (πρώην Κατσέλης) και την αλυσίδα ηλεκτρικών ειδών «Ηλεκτρονική Αθηνών» να οδηγούνται στο «λουκέτο», χωρίς να προηγείται καμία αναδιάρθρωση των χρεών τους. Η επιχείρηση διάσωσης μέσω της αναζήτησης στρατηγικού επενδυτή επιλέγεται επί της ουσίας στη βάση δύο κριτηρίων: πρώτον, εάν το κόστος της πτώχευσης θεωρείται ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης έστω και με «γενναίες» διαγραφές χρεών και πρόσθετες χρηματοδοτήσεις. Δεύτερον, εάν θεωρείται ότι μια επιχείρηση, αν και σε δυσχερή οικονομική θέση, θεωρείται ότι διαθέτει ισχυρό brand name και ενεργητικό -ακόμη και πάγια στοιχεία- που υπό τον έλεγχο κάποιου άλλου επενδυτή μπορεί να ανακάμψει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην πρώτη περίπτωση είναι η «Μαρινόπουλος», η πτώχευση της οποίας, εάν συνέβαινε, θεωρείτο ότι θα είχε συνέπειες ανάλογες με αυτές της πτώχευσης μιας μεσαίου μεγέθους τράπεζας. Το δυσθεώρητο ύψος των χρεών της, συνολικού ύψους 1,49 δισ. ευρώ κυρίως προς προμηθευτές και λιγότερο προς τράπεζες, ήταν ταυτόχρονα το μεγαλύτερο μειονέκτημα και το μεγαλύτερο ίσως πλεονέκτημά της. Σε περίπτωση ξαφνικού «θανάτου» της «Μαρινόπουλος» και βίαιης εκποίησης της περιουσίας, οι ανέγγυοι πιστωτές, η πλειονότητα δηλαδή των εμπορικών προμηθευτών, θα ικανοποιούνταν σε βαθμό της τάξεως του 1,8%, το ελληνικό Δημόσιο σε ποσοστό 45,5%, τα ασφαλιστικά ταμεία σε ποσοστό 27,9%, οι οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε ποσοστό 1,8% και οι τράπεζες σε ποσοστό 42,6%.

Κάθε άλλο τυχαίο είναι ότι τελικά πέρα από τη συναίνεση των τραπεζών που αποτελούσαν και τους βασικούς ενέγγυους πιστωτές, συναίνεσε στη συμφωνία εξυγίανσης η πλειονότητα των προμηθευτών, ενώ πολλοί εξ αυτών συνέχισαν να τροφοδοτούν το δίκτυο της «Μαρινόπουλος» ακόμη και στο ενδιάμεσο διάστημα, από την υπογραφή της συμφωνίας εξυγίανσης μέχρι την ολοκλήρωση της συναλλαγής την περασμένη Τετάρτη. Και αυτό διότι οι προμηθευτές θα ικανοποιηθούν σε ποσοστό 50%, ενώ το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία σε ποσοστό 100% (αν και στην πραγματικότητα είναι λιγότερο, καθώς διαγράφονται οι διάφορες προσαυξήσεις).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στη δεύτερη περίπτωση είναι αυτό της σωτηρίας της αλλαντοβιομηχανίας «Νίκας». Ο όμιλος της Chipita (συμφερόντων Θεοδωρόπουλου) είδε επιχειρηματική ευκαιρία στο ισχυρό σήμα που διαθέτει η ιστορική εταιρεία και αποφάσισε να εισέλθει σε αυτήν ως στρατηγικός επενδυτής. Η «Νίκας» εξυπηρετεί στην παρούσα φάση την πρόθεση της Chipita να εξελιχθεί σε έναν όμιλο τροφίμων, υπερβαίνοντας τα όρια της κατηγορίας των σνακ στην οποία δραστηριοποιείται σήμερα. Εν προκειμένω, βεβαίως, απαιτήθηκε η συμφωνία των τραπεζών -η εν λόγω αναδιάρθρωση δεν πέρασε από τις αίθουσες των δικαστηρίων- διαδικασία για την οποία χρειάστηκε σχεδόν ενάμισης χρόνος.

Η επιτυχής αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων και της αντιμετώπισής τους είναι κρίσιμα όχι μόνο για την ισχυροποίηση και ανάκαμψη των τραπεζών αλλά και ευρύτερα για την οικονομία, καθώς συνεπάγεται τη διάσωση χιλιάδων θέσεων εργασίας και μιας παραγωγικής δομής και υποδομών. Επιχειρήσεις που αν χαθούν, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο και χρονοβόρο να αντικατασταθούν από νέα εγχειρήματα.

Κριτήρια

Στο πλαίσιο αυτό, οι τράπεζες θα πρέπει με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα να διαχωρίσουν τις βιώσιμες από τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις, προχωρώντας στην αναδιάρθρωση των πρώτων και τον τερματισμό λειτουργίας των μη βιώσιμων. Είναι εξαιρετικά κρίσιμο σημειώνεται να διαμορφωθούν μεγαλύτερα σχήματα, μέσω συγχωνεύσεων, πιο ανταγωνιστικά, με ισχυρότερη οικονομική θέση ενισχύοντας την ποιοτική επιχειρηματικότητα.

Ενα κριτήριο για τον διαχωρισμό των βιώσιμων από τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις μπορεί να είναι τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBIΤDA). Επιχειρήσεις που εμφανίζουν θετικό EBITDA, με μια γενναία αναδιάρθρωση, μπορούν να επανέλθουν σε βιώσιμη πορεία. Αντίθετα, εταιρείες που εμφανίζουν αρνητικό EBITDA, δηλαδή τα καθαρά έσοδα είναι μικρότερα από το κόστος λειτουργίας τους, είναι μη βιώσιμες.

Οπως εκτιμούν στελέχη τραπεζών, βάσει του κριτηρίου του EBITDA, ένα ποσοστό 50% με 60% των προβληματικών σήμερα εταιρειών μπορούν να κριθούν βιώσιμες και με τους κατάλληλους χειρισμούς να επανέλθουν στο «πράσινο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ