ΜΑΝΦΡΕΝΤ ΜΠΑΛΖ*

H ύστατη λύση για το ελληνικό χρέος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ο χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι βιώσιμο. Ολοι το γνωρίζουν και το ΔΝΤ το δηλώνει.  Η Ελλάδα χρειάζεται ανάπτυξη, επενδύσεις και κατανάλωση για να ανακάμψει. Παρά ταύτα, το Eurogroup δεν εξετάζει σοβαρή απαλλαγή από χρέη και επιμένει σε πρόσθετη λιτότητα που πνίγει την ανάπτυξη.  

Το 2001 το ΔΝΤ πρότεινε μηχανισμό για την αναδιάρθρωση κρατικών χρεών (ΜΑΚΧ) που θα επέτρεπε την ομαλή αναδιάρθρωση του μη βιώσιμου κρατικού χρέους υπό την καθοδήγηση του ίδιου του Ταμείου. Η πρόταση δεν έγινε δεκτή, μεταξύ άλλων, λόγω της αντίθεσης των ΗΠΑ αλλά και γιατί το ΔΝΤ ως ενδεχόμενος δανειστής εσχάτης ανάγκης ενδέχεται να βρίσκεται μεταξύ των πιστωτών που θα επηρέαζε η αναδιάρθρωση.  Εκτοτε, συζητήθηκε η δημιουργία πολυμερούς συνθήκης ΜΑΚΧ ή προετοιμασία Νόμου Προτύπου για την πτώχευση κρατών αντίστοιχου με αυτόν που έχει καταρτιστεί για τη διασυνοριακή αναγνώριση εμπορικών πτωχεύσεων. Η ομοιογένεια και η καθολικότητα παραμένουν κοινά αποδεκτοί στόχοι για τις νομικές ρυθμίσεις σχετικά με την αφερεγγυότητα κρατών. Δυστυχώς, όμως, δεν θα επιτευχθούν πριν να είναι πολύ αργά για την Ελλάδα.

Ο δανεισμός κρατών, τόσο ως προς τους δανειστές όσο και ως προς τον δανειολήπτη, είναι προϊόν ανάγκης και κερδοσκοπίας. Οταν το χρέος γίνεται μη βιώσιμο, η μη εξυπηρέτηση γίνεται πολιτικά αναπόφευκτη και τότε θα πρέπει να θεωρηθεί δικαίωμα συνυφασμένο με την κρατική κυριαρχία.

Αντί να αναμένουν τις ελληνικές καλένδες για την υιοθέτηση ενός ενιαίου διεθνούς μηχανισμού, θα όφειλαν τα κυρίαρχα κράτη να εισαγάγουν μονομερή μηχανισμό αναδιάρθρωσης κρατικού χρέους και να επιδιώξουν την αναγνώριση των αποτελεσμάτων του στις χώρες που τα ενδιαφέρουν. Στην περίπτωση αυτή, η έμφαση δίδεται όχι στην τοπική εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης αλλά στον έλεγχο από τα αλλοδαπά δικαστήρια της τήρησης των θεμελιωδών αρχών της σχετικής διαδικασίας. Επομένως, η εμπλοκή τοπικού δικαστηρίου στην εφαρμογή σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν είναι υποχρεωτική, αλλά θα ήταν υποβοηθητική στην αναγνώριση του σχεδίου σε άλλες χώρες.  

Στον σχεδιασμό του ΜΑΚΧ, η Ελλάδα θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί την αμερικανική εμπειρία της εφαρμογής του Κεφαλαίου 9 του Πτωχευτικού Κώδικα ΗΠΑ που αφορά την αναδιάρθρωση χρεών δήμων. Ενας νόμος για την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους θα μπορούσε να προβλέπει την αναστολή πληρωμών προς τους χρηματοοικονομικούς πιστωτές αλλά και διώξεων σε βάρος της κρατικής περιουσίας. Τα χρέη καθίστανται ληξιπρόθεσμα στο τοπικό νόμισμα και παύει ο εκτοκισμός τους.  Το κράτος θέτει σχέδιο αναδιάρθρωσης προς τους πιστωτές για την έγκρισή τους, επί του οποίου ψηφίζουν επί ίσοις όροις ως ενιαία ομάδα.  Η έγκριση του σχεδίου απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία (π.χ. 66% ή 75%), ενώ θα μπορούσε να απαιτηθεί και διπλή πλειοψηφία (ως προς αξία πιστώσεων και αριθμό πιστωτών) για να μετριαστεί η επιρροή επενδυτών που αποκτούν υψηλή ονομαστική αξία απαιτήσεων σε πολύ χαμηλές αποτιμήσεις (ιδίως των λεγομένων «αρπακτικών κεφαλαίων»). Νέες χρηματοδοτήσεις θα έχουν προνομιακή μεταχείριση έναντι τα παλαιών.

Και πώς θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν τα χρέη προς άλλα κράτη ή διακρατικούς οργανισμούς, π.χ. το ΔΝΤ ή το Eurogroup, που σήμερα έχουν κυρίαρχη θέση στον δανεισμό της Ελλάδας; Εφόσον η πτωχευτική εκκαθάριση δεν αποτελεί επιλογή, η προνομιακή τους θέση δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική. Θα μπορούσε να τους αναγνωριστεί προνομιακή εξυπηρέτηση, αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα να έχουν συγκριτικά πολλαπλάσια ικανοποίηση (π.χ. εφαρμόζοντας πολλαπλασιαστή 1,5 ή 2 στο χρέος που τους αντιστοιχεί για τις ανάγκες κατανομής των πληρωμών)  έναντι των άλλων, χωρίς βεβαίως αυτό να οδηγεί την επαύξηση της απαίτησής τους.

Η πιθανότητα μιας τέτοιας νομοθεσίας, ακόμα και όταν εισάγεται επειγόντως, προκαλεί την άμεση εκποίηση κρατικών χρεών στη δευτερογενή αγορά και την εξαγορά τους από «αρπακτικούς» επενδυτές που ελπίζουν να αποκτήσουν επιρροή στη διαδικασία ή και να την εκτρέψουν από την κατεύθυνσή της.  Για τον λόγο αυτό, αγοραστές που έχουν αποκτήσει κρατικά χρέη δευτερογενώς εντός συγκεκριμένης περιόδου πριν από την εισαγωγή της νομοθεσίας ΜΑΚΧ, θα έπρεπε να συμμετέχουν στην εγκριτική διαδικασία μόνο ως προς το ύψος του τιμήματος που κατέβαλαν και όχι την ονομαστική αξία των απαιτήσεων που απέκτησαν. Ηδη, το Βέλγιο έχει προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα και περιορίζει το δικαίωμα ικανοποίησης «αρπακτικών κεφαλαίων» στο ύψος και μόνο του τιμήματος που κατέβαλαν για την απόκτηση των σχετικών απαιτήσεων. 

* Ο κ. Μάνφρεντ Μπαλζ είναι δικηγόρος με έδρα τη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο, επίτιμο μέλος της INSOL Ευρώπης, εταίρος του American College of Bankruptcy. Ειδικεύεται σε θέματα αναδιάρθρωσης χρέους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ