Γιώργος Παγουλάτος* ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Κοινωνία εξόδου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​το κλασικό βιβλίο του «Exit, Voice and Loyalty», o Albert Hirschman διέκρινε τρεις θεμελιώδεις επιλογές πολιτικής συμπεριφοράς. Ο πολίτης εκφράζει την υποστήριξη και αφοσίωσή του προς τους θεσμούς ή τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας του (αφοσίωση: loyalty). Ή διαφωνεί, κινητοποιείται, διαδηλώνει, ψηφίζει αντιπολίτευση, αντιδρά με τη φωνή (voice). Ή, τέλος, ψηφίζει με τα πόδια του και φεύγει (exit). Μέχρι την κρίση, η Ελλάδα είχε ένα από τα σταθερότερα δικομματικά συστήματα. Τρία τέταρτα των ψηφοφόρων συνέρρεαν σε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα. Οι υπόλοιποι εξέφραζαν τη διαφωνία τους ψηφίζοντας κάποιο από τα υπόλοιπα. Η αποχή κυμαινόταν σε φυσιολογικά επίπεδα. Η Μεταπολίτευση παρήγαγε ένα πολιτικό σύστημα υψηλών ποσοστών υποστήριξης του συστήματος. Το τίμημα της σταθερότητας ήταν η διαιώνιση ενός οικονομικά μη διατηρήσιμου πελατειακού status quo.

Μετά το 2010 έχουμε ένα νέο σύστημα μικρού, πολύ μικρού, δικομματισμού. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα συγκεντρώνουν πλέον κάτω από 50% στις δημοσκοπήσεις. Πιο ενδιαφέρον όμως είναι το τεράστιο ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δεν θα ψηφίσουν, στη συντριπτική πλειονότητά τους απογοητευμένοι πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ. Επειτα από μακρά θητεία στις αντιμνημονιακές διαδηλώσεις, που κορυφώθηκαν με το ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα του 2015, οι ψηφοφόροι αυτοί αποσυσπειρώνονται. Κουρασμένοι, προδομένοι, αποσύρουν εμπιστοσύνη από το πολιτικό σύστημα συνολικά, χωρίς να στρέφονται προς κάποιο από τα μικρά κόμματα της έξαλλης Αριστεράς που προέκυψαν από τα σπλάχνα του βαθέος ΣΥΡΙΖΑ.

Ισως η πιο νοσηρή κληρονομιά των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι ότι μέσω της βίαιης διάψευσης των υπερφίαλων προσδοκιών που οι ίδιοι είχαν καλλιεργήσει, αντικατέστησαν τη διαμαρτυρία με τον κυνισμό και την παραίτηση. Δείτε την κατάσταση στα πανεπιστήμια, όπως την περιγράφει μια καθηγήτρια σε πρόσφατο ρεπορτάζ της «Καθημερινής»: «Οι πανεπιστημιακοί που στήριξαν τις μεταρρυθμίσεις αισθάνονται ηττημένοι. Κάποιοι αναζητούν θέσεις στο εξωτερικό. Φεύγουν προσωρινά με άδεια και μετά βλέπουμε. Αλλά πολιτικά δεν κάνουν τίποτε». Στο ίδιο ρεπορτάζ: «Η κοινή διαπίστωση είναι ότι επί ΣΥΡΙΖΑ τα κρούσματα πολιτικής βίας είναι πολύ σπανιότερα. Δεν εκδηλώνονται με την ίδια συχνότητα βίαιες διαδηλώσεις ή επιθέσεις κατά πολιτικών. Αντί της πολιτικής βίας, βλέπουμε περιφρόνηση για τον νόμο στην καθημερινότητα», λέει άλλος καθηγητής. «Το πιο ανησυχητικό σήμερα είναι η χαλάρωση των κοινωνικών συμπεριφορών. Μια ανομία χαμηλής έντασης διάχυτη παντού».

Δεν είναι μόνο οι ψηφοφόροι ή οι ενεργοί πολίτες που καταφεύγουν στην παραίτηση και την έξοδο. Δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν υπό το βάρος μιας ύφεσης που παρατάθηκε, για ένα ναρκισσιστικό καπρίτσιο, άλλα δύο χρόνια μετά τα capital controls. Τρεις στους τέσσερις χρωστούν στα ασφαλιστικά ταμεία. Χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες κλείνουν τα βιβλία, εξέρχονται από την επίσημη οικονομία, αρνούμενοι να υποστούν τον συνδυασμό υψηλών φόρων και υπέρογκων ασφαλιστικών εισφορών. Και σχεδόν μισό εκατομμύριο από τους πιο δημιουργικούς Ελληνες έχει εγκαταλείψει τη χώρα μετά το 2009 – το μαζικότερο κύμα νεότερης μετανάστευσης.

Τι μέλλον μπορεί να έχει μια χώρα με τόσο εκτεταμένη έξοδο των πολιτών της από τους θεσμούς, τη νομιμότητα, τη χώρα; Τα έθνη οικοδομούνται σε μιαν αίσθηση κοινού πεπρωμένου, κοινής προοπτικής. Οι προηγμένες κοινωνίες συγκροτούνται γύρω από συλλογικά δημόσια αγαθά, από τα οποία όλοι αντλούν και στα οποία ως πολίτες συνεισφέρουν. Τι καλό μπορεί να προμηνύει ένας τέτοιας έκτασης συλλογικός κατακερματισμός, με ρευστοποίηση όποιων θεσμικών σταθερών είχαν απομείνει, με γενικευμένη φυγή από τους θεσμούς του επίσημου κράτους;

Μια κοινωνία σε έξοδο δεν επενδύει στη δημόσια σφαίρα και στα δημόσια αγαθά. Δεν πληρώνει φόρους και εισφορές, γιατί θεωρεί ότι δεν θα πάρει τίποτα πίσω. Ο πολίτης σε παραίτηση δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς, και οι θεσμοί τού ανταποδίδουν την περιφρόνηση.

Υπουργοί τον δουλεύουν ψιλό γαζί αναγγέλλοντας «το τέλος της λιτότητας». Κορυφαίοι δικαστικοί κατεργάζονται την παραμονή τους πέραν της συνταγματικά προβλεπόμενης ηλικίας συνταξιοδότησης. Και ο κορυφαίος πολιτειακός παράγων, σαν να γεννήθηκε χθες, αναπαράγει τη ρητορεία της εθνικής επαιτείας και μεμψιμοιρίας, ρίχνοντας το φταίξιμο στους Ευρωπαίους, επικυρώνοντας τη φυγή από κάθε κώδικα πολιτικής και ατομικής ευθύνης. Τέλος, η έξοδος στον πλήρη παραλογισμό: ένας στους τέσσερις (κατά την τελευταία έρευνα της διαΝΕΟσις) επιμένει ότι μας ψεκάζουν. Κι ένας απατεώνας, που ισχυρίζεται ότι διαθέτει 600 δισ., βρήκε χιλιάδες συμπατριώτες μας έτοιμους να πληρώσουν τον οβολό τους για να φάνε το εξωφρενικό παραμύθι του. Αυτήν τη διάρρηξη εμπιστοσύνης, τη διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου, τη μαζική «έξοδο» από τους θεσμούς, τη νομιμότητα, τη λογική, θα τη βρίσκουμε πολλά χρόνια μπροστά μας.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ