ΕΛΛΑΔΑ

Μπορεί το Δημόσιο να κερδίσει το στοίχημα στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος;

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Αν υπάρχει τρόπος να αποτελέσει εξαίρεση το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος από τον κανόνα του Δημοσίου, αυτός θα ήταν «να ανοιχτεί στην ιδιωτική χρηματοδότηση, να δείξει ότι υπάρχει στην κοινωνία».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Μπιλ Κλίντον είχε πει κάποτε ότι δεν υπάρχει τίποτε λάθος στην Αμερική που να μην μπορεί να θεραπευτεί από αυτά που είναι σωστά στην Αμερική. Σε μας το αξίωμα θα προσαρμοζόταν μόνο αντεστραμμένο: Δεν υπάρχει τίποτε σωστό στην Ελλάδα που να μην μπορεί να ανατραπεί από αυτά που είναι λάθος στην Ελλάδα.

Το σύννεφο αυτής της προπατορικής φοβίας σκίασε και τη γιορτή για την παράδοση του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος στην πολιτεία. Θα μπορούσε αυτό το τόσο «σωστό» έργο να επιβιώσει από τα προπατορικά «λάθη» του ελληνικού Δημοσίου; Μήπως είχαν δίκιο οι επιστολογράφοι που στα μηνύματά τους προς το ίδρυμα, αντί να πανηγυρίζουν, θρηνούσαν προληπτικά για την υπαγωγή του κέντρου στη διεύθυνση του κράτους;

«Ηρθε», έγραφαν τα mails που διάβασε από το βήμα ο πρόεδρος του ιδρύματος, Ανδρέας Δρακόπουλος, «η αρχή του τέλους». «Ηρθε η ώρα που όλοι φοβόμασταν». «Θα βγάλω», έγραφε ένας άλλος, «φωτογραφία για να θυμάμαι το πριν και το μετά».

Παραλαμβάνοντας το κέντρο, ο πρωθυπουργός απέδωσε τη δυσπιστία προς το Δημόσιο στην εγκατάλειψη των ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Πρόκειται, αν το κοιτάξει κανείς με την άνεση της χρονικής απόστασης, για ένα παράδοξο. Το κράτος, που κατόρθωσε να οργανώσει το κολοσσιαίο εγχείρημα των Αγώνων, είχε αποτύχει παταγωδώς να διαχειριστεί την κληρονομιά τους. Μπορεί ή δεν μπορεί τελικά το Δημόσιο;

Πόσο μπορεί...

Μπορεί, αλλά δεν μπορεί διαρκώς. Αυτή είναι περίπου η απάντηση που δίνει ένας από τους ανθρώπους που μετείχαν στην οργάνωση του 2004 από την πλευρά της δημόσιας διοίκησης, ο Κώστας Καρτάλης, γενικός γραμματέας Ολυμπιακών Αγώνων από το 2001 ώς το 2004. Σύμφωνα με τον κ. Καρτάλη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η ολυμπιακή επιτυχία του Δημοσίου οφείλεται στο γεγονός ότι είχε στηθεί «ένας θύλακος κράτους κανονικής χώρας μέσα στο κράτος». Ως κανονική ορίζει τη διοίκηση που είχε «πενταετές πρόγραμμα δράσης με εγγυημένο προϋπολογισμό» και, μεταξύ άλλων, βασίστηκε χωρίς αγκυλώσεις στις συνέργειες τόσο μεταξύ των υπηρεσιών όσο και μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Κομβική σημασία είχε βέβαια και η πολιτική διεύθυνση – λειτουργούσε τότε διυπουργικό όργανο υπό τον πρωθυπουργό. Αλλά, όπως επισημαίνει ο Κ. Καρτάλης, η εμπειρία αυτή αγνοήθηκε μετά τους Αγώνες. Ο θύλακος κανονικότητας, αντί να αποτελέσει υπόδειγμα για το υπόλοιπο Δημόσιο, αφομοιώθηκε από την επικρατούσα διοικητική κουλτούρα.

«Στο Δημόσιο ο καθένας έχει τη φυλακή του», διαπιστώνει πρώην υπουργός με μεγάλη διοικητική πείρα και στον πολιτισμό. Υπάρχουν, λέει, δομές που δεν συνεργάζονται ούτε μεταξύ τους ούτε με την αγορά.

Ολοι συμφωνούν ότι οι εμβληματικοί πολιτιστικοί φορείς πρέπει να είναι δημόσιοι. «Το Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο είναι κρατικά μουσεία. Αλλά λειτουργούν με σύγχρονους όρους, δεν βασίζονται αποκλειστικά στη δημόσια χρηματοδότηση και αξιολογούνται διαρκώς ως προς την επίτευξη των στόχων τους», λέει ο κ. Καρτάλης.

Την ίδια ανάγκη επισημαίνει ο πρώην υπουργός. «Το πρώτο που πρέπει να εξασφαλιστεί είναι η βιωσιμότητα». Υπάρχουν πια, εξηγεί, πολλά χρηματοδοτικά εργαλεία. Χορηγίες. Μόνιμες εταιρικές συμμετοχές. Crowdfunding – μικρές εισφορές από τους πολλούς μέσω Ιντερνετ. Υπάρχει βέβαια και για όλα αυτά εμπεδωμένη καχυποψία – ότι η αγορά μολύνει ό,τι χρηματοδοτεί. «Αυτή ακριβώς η καχυποψία είναι που πρέπει να συντριβεί», λέει.

«Στην Ελλάδα, αν θέλεις να δωρήσεις χίλια ευρώ για να σωθεί το βυζαντινό εκκλησάκι του χωριού σου, δεν μπορείς. Δεν υπάρχει νομοθεσία που να ενθαρρύνει τις δωρεές. Το αντίθετο. Ο νόμος είναι αποτρεπτικός για τις δωρεές και τις χορηγίες», λέει. Ο φόβος του είναι ότι οι ίδιοι κίνδυνοι απειλούν και το ΚΠΙΣΝ. Εκτός από την οικονομική «απομόνωση», φοβάται τις δυσλειτουργίες που μπορεί να προκαλέσει η αχρείαστη δυαρχία, μεταξύ προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου. Οπως φοβάται και τις τάσεις παρεμβατισμού που εκδηλώνει συνήθως η διοίκηση προς τους καλλιτεχνικούς διευθυντές. «Τα οράματα δεν είναι ποτέ συλλογικά. Στο πολιτιστικό κομμάτι πρέπει οι άνθρωποι να αφεθούν να δουλέψουν αυτόνομα».

Διοίκηση χωρίς μνήμη

Είναι κοινή διαπίστωση ότι, σε διοικητικές μηχανές που δεν λειτουργούν με αυτοματισμούς, τα πρόσωπα αποκτούν ασύμμετρη σημασία. Αλλάζουν όλα όταν αλλάζουν τα πρόσωπα. Η διοίκηση δεν έχει μνήμη – δεν μαθαίνει από τα λάθη της, ούτε τοκίζει στις επιτυχίες της.
«Θα μπεις σε μια διοίκηση. Θα αρχίσεις να τρέχεις ένα πρότζεκτ. Και στον έναν χρόνο, που θα έχει αλλάξει η κυβέρνηση, θα έρθει ένας εισαγγελέας και θα αρχίσει να σε ρωτάει: Ελα εδώ. Γιατί πήρες αυτό το χαρτί υγείας και δεν πήρες το άλλο, που ήταν ένα σεντ πιο φτηνό;», λέει πρώην διοικητικός παράγων με προϋπηρεσία στη διαχείριση δημόσιας περιουσίας.

Η άποψή του είναι ότι ακόμη και στους τομείς του Δημοσίου που υποτίθεται ότι εξαιρούνται από τους κανόνες της στενής διοίκησης, παρεισφρέει η πολιτική σκοπιμότητα. «Το Δημόσιο χρησιμοποιείται για εκδικήσεις και αντεκδικήσεις. Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα δεχτεί μετά να αναλάβει ευθύνες, όταν δεν του δίνεις τα όπλα να κάνει τη δουλειά του; Οταν, ας πούμε, δεν του εξασφαλίζεις πενταετή θητεία;».

Αν υπάρχει τρόπος να αποτελέσει εξαίρεση το ΚΠΙΝΣ από τον κανόνα, αυτός θα ήταν «να ανοιχτεί στην ιδιωτική χρηματοδότηση, να δείξει ότι υπάρχει στην κοινωνία», λέει ο πρώην υπουργός. «Να μην επαναπαυτεί στον μπαμπά, το κράτος». Ο ίδιος θυμίζει ότι τα έργα που έχουν μείνει ως πιο επιτυχημένα στη συλλογική συνείδηση είναι προϊόντα σύμπραξης του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα. Η γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου. Το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Και επισημαίνει ότι η κατασκευή της υποδομής δεν εγγυάται και την επιτυχία. «Για να δώσουμε κι ένα ανάποδο παράδειγμα από τον πολιτισμό, success story του Δημοσίου ήταν και το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Αλλά εκεί η δημιουργία της υποδομής, του Μεγάρου Χορού, ανέτρεψε το success story, αντί να το απογειώσει, γιατί η τοπική αρχή δεν κατάφερε να το αγαπήσει».

Και για τον Καρτάλη, ο δρόμος για την επιτυχία του ΚΠΙΣΝ θα ήταν να μη θεωρηθεί από τη διοίκησή του «απλώς ένα σπουδαίο μεν, αλλά σημειακό έργο». Χρειάζεται, αντιθέτως, μια διοίκηση που «θα το διαχειριστεί ως καταλύτη για την ευρύτερη ανάδειξη του παράκτιου μετώπου». Μια τέτοια διοίκηση πρέπει να οργανωθεί σαν θύλακος «κανονικού κράτους» μέσα στο κράτος. Σαν νησίδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ