Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Περί ανέμων...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σ​​τις 6 Ιανουαρίου 1960, ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Μακ Μίλαν, σε ομιλία του στο Κέιπ Τάουν της Νοτίου Αφρικής, προέβη στη δραματική διαπίστωση ότι «άνεμος αλλαγής πνέει στην ήπειρο και –είτε μας αρέσει είτε όχι– η αύξηση της εθνικής συνειδήσεως αποτελεί πλέον πολιτικό γεγονός». Επικριτές προσάπτουν στον Βρετανό πραγματιστή πρωθυπουργό ότι είχε δώσει τότε το σύνθημα της διαλύσεως της Αυτοκρατορίας.

Ανεμος αλλαγής, επίσης, πνέει στη Δύση σήμερα, εκπορευόμενος από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ενώπιον του Κογκρέσου ο πρόεδρος κ. Ντόναλντ Τραμπ προήγαγε την αντίληψη του οικονομικού εθνικισμού και προστατευτισμού, επικαλούμενος τον Αβραάμ Λίνκολν.

Κάποιοι θα σπεύσουν πιθανόν να προεξοφλήσουν το τέλος της «παγκοσμιοποιήσεως», αλλά σε άλματα λογικής αυτού του τύπου επιδίδεται κατά συνθήκη η Αριστερά, που προεξοφλεί με βεβαιότητα τις εξελίξεις και αναμένει εις τους αιώνες τη δικαίωση. Αναμφιβόλως όμως πρόκειται για μείζονα αλλαγή στην οικονομική θεώρηση που επικρατούσε έως τώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ανεμος αλλαγής πνέει και στην Ευρώπη, όπου μετά το δημοψήφισμα στη Βρετανία υπέρ της εξόδου από την Ε.Ε., αρχίζει να αποκτά σημαντικότατη απήχηση μεταξύ των πολιτών μία τάση επιστροφής στις παραδοσιακές αξίες ενός εκάστου έθνους. Κάποιοι θα σπεύσουν να προεξοφλήσουν το τέλος του φιλελευθερισμού. Θα αναμείνουν μάλλον για καιρό.

Ως τάση ο φιλελευθερισμός αποτελεί αναγκαία και από μιαν άποψη υγιή παρέκκλιση – εφόσον είναι βραχύβια· αποδεσμεύει δυνάμεις, συντρίβει απολιθώματα, αλλά δεν δημιουργεί στέρεο σύστημα, πολιτικό ή πολιτισμικό. Ωστόσο, καταστρέφοντας παραδοσιακές κοινωνικές συνήθειες των πολιτών, αποσυνθέτοντας τη φυσική συλλογική συνείδηση στα ατομικά συστατικά της μέρη, υποκαθιστώντας την παιδεία με δεξιότητες, ο φιλελευθερισμός προετοιμάζει τον δρόμο που είναι η άρνησή του: τον τεχνικό, μηχανικό, βάρβαρο έλεγχο, σε μία προσπάθεια να θεραπεύσει το χάος που δημιουργεί, υποστηρίζουν κάποιοι συντηρητικοί.

Σε αυτό το σημείο ακριβώς βρισκόμαστε και πάλι σήμερα. Εάν δηλαδή το ευρωπαϊκό σύστημα ευρίσκεται ενώπιον προκλήσεως σοβαρότατης αυτό οφείλεται σε μία απέλπιδα απόπειρα επιβολής ελέγχου, ενώ μία πολυεθνής οντότης έχει ανάγκη ευελιξίας στο εσωτερικό, προκειμένου να διατηρηθεί ως ενιαίο σύνολο.

Εάν, λόγου χάριν, οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν με κανονιστικές διατάξεις τόσο απόλυτες και γενικής εφαρμογής, όπως συμβαίνει στην «ενωμένη» Ευρώπη, τότε θα είχαν πιθανόν εδώ και χρόνια διαλυθεί. Από την άποψη αυτή, ακόμη και εάν γινόταν πράξη το ιδεώδες της ευρωπαϊκής «πολιτικής ενοποιήσεως», υπήρχε κίνδυνος αυτό να προσομοιάζει μάλλον με το σοβιετικό παρά με το αμερικανικό μοντέλο.

Αυτές οι εγγενείς αδυναμίες του ευρωπαϊκού συστήματος προσδίδουν στον άνεμο αλλαγής που πνέει στην ήπειρο τον χαρακτήρα μιας επιστροφής στο παρελθόν, που διαφέρει από τη μια χώρα στην άλλη.

Η Βρετανία επιχειρεί να αξιοποιήσει την εμπειρία του αυτοκρατορικού της παρελθόντος και να προσδώσει νέα δυναμική σε σχέσεις που είχαν ατονήσει με χώρες της Κοινοπολιτείας.

Στη Γαλλία, η πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου Μαρίν Λεπέν εξήγγειλε την Πέμπτη ότι οραματίζεται ένα κράτος που θα διαδραματίζει μείζονα ρόλο στην οικονομία. Μία κάποια επιστροφή στο κρατισμό του Σαρλ ντε Γκωλ, θα έλεγε κανείς. Οσο για την Ελλάδα, «πάμε όλοι μαζί Ευρώπη», όπως την εννοεί ο καθείς –εξυπακούεται– και επί του παρόντος με ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ