ΕΛΛΑΔΑ

Καστένι στην Χειμάρρα

ΜΥΡΕΝΑ ΣΕΡΒΙΤΖΟΓΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα χιλιόμετρα στην Αλβανία έχουν μία μεθυστική επίδραση σαν τσεχικό αψέντι, που δύο χρόνια στην Πράγα ποτέ δεν δοκίμασα. Η συγκυρία το θελε αλλιώς να τσουρουφλιστούν τα δικά μου χείλη. Η επίσκεψη είχε οριστεί μετά την Πρωτοχρονιά, αλλά λόγω δριμύτατου χιονιά, άνευ προηγουμένου τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια, μεταφέρθηκε μέσα Φλεβάρη. -Θα έχει αλκυονίδες ημέρες, απήντησαν οι ντόπιοι δίχως να απολέσουν το κέφι τους. Και πράγματι η Αλκυόνη δεν μας χάλασε το χατήρι. Μπορούσες να πεις ότι ήταν σχεδόν καλοκαίρι.

-Γίνεται να πείτε στον παπά να καθυστερήσει λίγο την λειτουργία την Κυριακή, να ρθούμε λίγο αργότερα; -Μην ανησυχείτε, έχουμε τα μέσα. Αριστερός ψάλτης θα είναι ο Α. και δεξιός ο Λ. Θα τους πω να πούνε όλα τα τροπάρια.

Πράγματι, ο αριστερός ψάλτης μας διαβεβαίωσε ότι θα πούνε “και τα αναγνώσματα ψαλτά, αν χρειαστεί και σε ρυθμό αγιορείτικης αγρυπνίας”. Ενώ ο δεξιός υπερθεμάτισε. “Είναι δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, Κυριακή του Ασώτου, τα τροπάρια είναι πολλά και χορταστικά”. Και έχοντας τις μετεωρολογικές προβλέψεις και τους ιεροψάλτες με το μέρος μας, Σάββατο πρωί ξεκινήσαμε.

Παρά τον εαρινό ήλιο καθ όλη την διάρκεια της διαδρομής από Τίρανα, που έκαιγε σαν μαρτιάτικος, όταν αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε τον Λογαρά ο ουρανός σοβάρεψε. Καίτοι μέρα μεσημέρι, δεν βλέπαμε την μύτη μας. Θέλοντας να διασκεδάσω τον φόβο μου μονολόγησα "Έχει πολύ ομίχλη, είμαστε μέσα στα σύννεφα", για να σπεύσει ο μπόμπιρας να απορήσει "Και δεν πέφτουμε;"

Είναι σπάνιο, αλλά συμβαίνει. Κάτι να έχει την δύναμη και το κάλλος να σου κόβει την ήδη κομμένη, σακατεμένη σου ανάσα. Όταν ανέβεις τον Λογαρά, στο υψηλότερο σημείο από όπου διέρχεται ο δρόμος, περίπου 1.100 με 1.200 μέτρα υψόμετρο, αντικρίζεις την Κέρκυρα, την Ερεικούσα και τους Οθωνούς, μετά το βλέμμα κατηφορίζει στην ακτογραμμή και ακολουθεί τους κόλπους της Χειμάρρας, για να βρει το σθένος τελικά, να αντιμετωπίσει τους γκρεμούς που χάσκουν εμπρός και πρέπει να κατέλθει.

Αν το μότο με το οποίο αντιπαρέρχεται κανείς τις δυσκολίες στην χώρα αυτή είναι “εκείνος που δεν έχει ζήσει εδώ, δεν μπορεί ούτε να φανταστεί, ούτε να καταλάβει”, το ίδιο ισχύει για την μαγεία της Χειμάρρας. Η περιοχή μουδιάζει το μυαλό για να καταφέρει το ολοκληρωτικό, καίριο χτύπημα στην τελευταία στροφή, όταν ανοίγεται μπροστά στα μάτια σου ο κολπίσκος του χωριού, με το κάστρο με τα κυκλώπεια τείχη και το ελληνικό σχολείο στα δεξιά σου.

Στην Χειμάρρα κάθε σόι είχε την εκκλησία του. Το 1780 ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Πατροκοσμάς, όπως τον λένε οι ντόπιοι, γκρέμισε όλα τα ξωκλήσια για να τους μονιάσει και με τις πέτρες έχτισε στο κάστρο την εκκλησία των Αγίων Πάντων και την Ακροκεραύνιo Σχολή, το σημερινό αλβανο-ελληνικό σχολείο Όμηρος. Στον κοινό προαύλιο χώρο ξεχωρίζει ο πέτρινος τάφος ενός Έλληνα που καταδικάστηκε το ΄46 σε θάνατο στο Πύλιουρι, καθώς επέμενε να του φέρουν μεταφραστή και δήλωνε ότι άλλη γλώσσα από τα ελληνικά δεν κατέχει. “Το να μιλάς ελληνικά σήμαινε την την ζωή σου, το κεφάλι σου.  Αν είχε μιλήσει αλβανικά, θα είχε γλυτώσει”.

Το βράδυ στο τραπέζι διευθετούνταν οι τελευταίες λεπτομέρειες. “Είναι μεγάλη ταλαιπωρία για τον ιερέα αύριο να καθυστερήσουμε τόσο την λειτουργία, για να προλάβετε να ρθείτε”, είπε ο αριστερός ψάλτης, ενώ προηγουμένως εξηγούσε ότι ως “επιχώριος” δικαιούται να είναι ο δεξιός, και καλά θα κάνει ο δεξιός, που είναι μουσαφίρης, να αρκεστεί ως ευώνυμος. Τότε ο πιο “επιχώριος” από όλους απήντησε: “Να πεις στον παπά ότι το '67 σαν νεολαίος του Χότζα με την θρησκευτική απαγόρευση ξύρισε τον ιερέα πατέρα του.” Και κάπως έτσι λύθηκε το πρόβλημα της ώρας.

Οι Δρυμάδες απέχουν από την Χειμάρρα περίπου είκοσι λεπτά και χρειάζεται να διασχίσεις την υγρή χαράδρα της Βήσσας, -από όπου οι Χειμαρριώτες έπαιρναν νερό-, ένα από τα ελάχιστα σημεία που η διαδρομή δεν είναι παραθαλάσσια και η κλίση στον δρόμο είναι 21%, η πιο  απότομη σε όλη την αλβανική επικράτεια. Ανεβαίνεις λόφους και πλαγιές, κατέρχεσαι χαράδρες και κοίτες χειμάρρων, με πιο αγαπημένη εκείνη του Άι Γιάννη. -Ίσως γιατί έχει το όνομα του γιου μου και του πατέρα μου.

Οι Δρυμάδες είναι ένα χωριό σκαρφαλωμένο στον αφαλό του βουνού, σαν την Φολέγανδρο, όπου κι αν στραφεί το βλέμμα αντικρίζει ξωκκλήσια και εκκλησίες. Στα πρέκια των σπιτιών είναι χαραγμένο το σημάδι του σταυρού, σύμβολο της ορθόδοξης πίστεως σε αυτά τα μέρη, και η χρονολογία ανεγέρσεως του οίκου. Μετά την Θεία Λειτουργία και τον αυτοβιογραφικό, -θα     έλεγε κανείς-, λόγο περί ασωτίας και απότοκης μετάνοιας του ιερέα-κουρέα, το εκκλησίασμα λιάστηκε στην αυλή του κεντρικού Ναού του Αγίου Χαραλάμπους, το μπαλκόνι του χωριού, για να ακολουθήσει η επίσκεψη στην Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων.

-Σε παρακαλώ πολύ μην φοβάσαι, είπε αυστηρά ο οδηγός, που κατέβαινε τον λόφο με την όπισθεν για να παρκάρει πάνω στα γκρέμνια. Ξέρω την κάθε πέτρα που πατάω.

Για αγαθή τύχη όλων, η πρώτη εικόνα που αντίκριζες ήταν μια αγκρισμένη υπέρψηλη αμυγδαλιά, φύλακας στην είσοδο του μοναστηριού. -Μωρή πουτάνα αμυγδαλιά π' ανοίγεις τον Γενάρη δεν καρτερείς την Άνοιξη ν' ανοίξουμ' όλοι αντάμα, μου εκμυστηρεύτηκε γελώντας ο παλαίμαχος της παρέας παράμερα. Ενώ ο νεότερος, όσο τριγυρνούσαμε σαν ζαλισμένο κοπάδι στα χαλάσματα και τα παλαιά κτίσματα της Μονής, μου εξηγούσε. -Ξέρεις γιατί η αμυγδαλιά ανθίζει τόσο νωρίς; Γιατί έχει ατελές αναπαραγωγικό σύστημα και αν άνθιζε μαζί με τα υπόλοιπα δέντρα δεν θα την προτιμούσαν οι μέλισσες, και δεν θα αναπαραγόταν.

-Αυτό το μέρος θυμίζει Μονεμβασιά, έλεγα κι ξανάλεγα, δίχως να μου δίνει κανείς σημασία. Κι ας έχω πολλάκις αναλύσει ότι η Χαονία, το μέρος της Ηπείρου που βρίσκεται σήμερα στην Νότιο Αλβανία θυμίζει Μάνη, στο κλίμα, την γεωγραφία, τους ανθρώπους, την βλάστηση, είναι σαν να μην μεσολαβεί η υπόλοιπη Ελλάδα ενδιαμέσως.

Ο Πατέρας Ξενοφώντας, Έλληνας γηγενής, είναι κάτοχος αμερικανικού διαβατηρίου, όλοι σπεύδουν να διευκρινίσουν. Για αυτούς η αμερικανική ιθαγένεια λειτουργούσε κυρίως τα χρόνια του καθεστώτος, αλλά και σήμερα, ως δικλείδα ασφαλείας στην κρατική αυθαιρεσία εις βάρος της ελληνικής μειονότητας. Ο μοναχός Ξενοφώντας είναι αυτόκλητος επιστάτης και επίδοξος αναστηλωτής της Μονής, απέναντι σε όσους θέλουν να καταπατήσουν την ιδιοκτησία της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας προκειμένου να εκμεταλλευτούν την έκπαγλου κάλλους περιοχή ανοικοδομώντας τουριστικό θέρετρο ή καζίνο.

-Παιδί μου, εφτά χρόνια παλεύω εδώ μόνος μου με ένα ραβδί, αλλά το μοναστήρι το φυλάει το φίδι του Αγίου Θεοδώρου, με μάτι χοντρό σαν βοδιού, τόσο μεγάλο είναι. Σαν ανακόντα.

-Το έχετε δει; Ρώτησα με εγγενή αφέλεια.

-Όχι, σε μένα γιατί να φανερωθεί, στους οχτρούς φανερώνεται για να προστατεύσει τη Μονή, αλλά είναι πελώριο, σαν ανακόντα, επανέλαβε ο μοναχός με θαυμαστή ετοιμότητα.

Κι αφού ξεπέρασα εντός μου τάχιστα τις όποιες αμφιταλαντεύσεις περί αληθείας ή αληθοφάνειας, το πάγιο αμάρτημα του σύγχρονου ανθρώπου του αστικού πολιτισμού, αφέθηκα στην ειλικρίνεια του μύθου, ως μήτρας γνώσεως. -Δεν έχει καμία σημασία αν υπάρχει φίδι ή όχι, αν είναι ευμέγεθες ή όχι. Το μόνο που μετράει είναι ότι τον Άγιο Θόδωρο και τους πιστούς, τους φυλάει ένα πλάσμα σαν ανακόντα Αμαζονίου, ψέλλισα μισανοίγοντας το στόμα μου για να γευτώ την αλμύρα του τόπου.

Την ώρα του μεγάλου μεσημεριού, που αγαπούσε τόσο ο Νίτσε, γιατί είναι η μόνη ώρα της ημέρας και του φωτός, που ο ήλιος είναι κατακόρυφος και τα σώματα, οι σκέψεις και τα αισθήματα δεν έχουν ίσκιο, επιστρέψαμε στην Χειμάρρα. Για εορτασμό, τοπικό πανηγύρι στην κεντρική παραθαλάσσια πλατεία του χωριού. Κλαρίνα, ηπειρώτικα άσματα, παραδοσιακές στολές και γαϊτανωτοί χοροί.

-Πως σας φαίνονται άραγε εσάς που δεν είσαστε από εδώ αυτοί οι ήχοι, ξένοι; Σας είναι καθόλου “ευόηχοι”;

Σάστισα. -Απολύτως γνώριμοι και εύηχοι, ντράπηκα που διόρθωνα. Από την Μακεδονία είμαι, με αυτούς μεγάλωσα. Η μητέρα μου πάντοτε μου υπενθύμιζε μια πλευρά της καταγωγής μας στην οποία δεν αναφερόμουν ποτέ, με γοήτευε περισσότερο η Πόλη και η Σμύρνη. Μα εκείνη επέμενε. “Ο παππούς ήταν από το Σούλι. Μετά την καταστροφή κατέφυγαν στον Καταφί Βελβεντού στα Πιέρια Όρη για να γλυτώσουν. Κι από κει κατέβηκαν Κατερίνη”. Αυτή η λησμονημένη, παραγκωνισμένη καταγωγή έμελλε να θεριέψει όταν βρέθηκα εδώ, συνέχισα.

-Το Σούλι και η Χειμάρρα ήταν οι δύο μόνες αυτόνομες περιοχές τόσο επί Αλή Πασά Τεπελενλή, όσο και επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σουλιώτες και Χειμαρραίοι ήταν πάντοτε στα όπλα, βοηθούσαν και οι τοποθεσίες που ήταν απόρθητες. Για αυτό και οι πληθυσμοί τους επικοινωνούσαν και κατέφευγαν οι μεν στους δε, όταν υπήρχε κίνδυνος.

-Το αίμα μίλησε, ορίστε λοιπόν, ξεστόμισα για να αποτινάξω κάθε ενοχή και τύψη για το όψιμο γιγαντωμένο αίσθημα που δοκίμαζα για αυτόν τον τόπο. Δεν γνώριζα. Άπαξ και γνωρίσεις, δεν γίνεται να μην αγαπάς.

-Καστένι μάνα, καστένι. Είπε κλείνοντας το τηλέφωνο εις εκ της ολιγοκέφαλης παρέας, όπως πίναμε καφέ λίγο απόμερα πάνω στο ακροθαλάσσι και χαζεύαμε το δείλι. Πρέπει να φύγουμε για Τεσσαράκοντα, πρέπει να περάσω να πάρω την μάνα μου από το χωριό. Καστένι σημαίνει επίτηδες, επί τούτου, έσπευσε να διευκρινίσει έχοντας πλήρη επίγνωση ότι κάθε καινούργια για μένα λέξη της ντοπιολαλιάς τους μπήγεται καρφί χρυσό στην καρδιά μου. Και όπως ο Λογαράς ήταν “πιασμένος” και άρχιζε να νυχτώνει, δεν θα μας άφηναν να φύγουμε παρά την επαύριο, με το πρώτο φως της ημέρας.
Το πρωί ξεκινήσαμε με την αποφασιστικότητα που σε επισκέπτεται όταν αποχωρίζεσαι τόπο και ανθρώπους που αγαπάς. Χειμάρρα, Βούνο, Δρυμάδες, Παλάσα. Σε κάθε στροφή η ίδια αίσθηση, τόση ομορφιά για μια ολόκληρη ζωή φτάνει. Ο Λογαράς από την πλευρά της θάλασσας είναι γκρεμός, ανεβαίνεις οδηγώντας υπομονετικά σ' έναν στενό ζιγκ-ζαγκωτό δρόμο. Αν τύχει ομίχλη, προσεύχεσαι. Μόνο που αυτήν την φορά, καμιά προσευχή δεν έπιανε. Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν είχα νιώσει πιο κοντά στο Θεό. Ανεβαίναμε επί μία ώρα τον Λογαρά με μηδενική ορατότητα, έχοντας συνεχή συναίσθηση του κόστους του παραμικρού ατοπήματος. Λίγο πριν το υψηλότερο σημείο του δρόμου, σε ένα αυτοσχέδιο νταμάρι, το μοναδικό πλάτωμα καθ' όλη την διάρκεια της διαδρομής, σταμάτησα το αυτοκίνητο με κίνδυνο να λαμώσω μέσα στις κοκκινωπές χοντροκομμένες πέτρες. Και μόνο τότε άρχισα να κλαίω με αναφιλητά.
-Θέλεις να ρθούμε να σε κατεβάσουμε; -Όχι, δεν κατεβαίνω. -Θέλεις να στείλουμε κάποιον από  Αυλώνα να σε ανεβάσει στο υπόλοιπο της διαδρομής; -Όχι, δεν ανεβαίνω ούτε με τον Θεό τον ίδιο. Το μόνο που θέλω είναι να μείνω εδώ και να κλαίω, στείλτε απλώς έναν άνθρωπο, είμαστε δυο γυναίκες με ένα μωρό.
-Ο μικρός που είναι, μην κάνεις έτσι θα τον τρομάξεις. Ο Θεός παιδεύει όσους αγαπάει. -Πόσο ακόμη να με παιδέψει; Μου χει ψήσει το ψάρι στα χείλη. Δεν μπορείς να φανταστείς τι ομίχλη έχει, δεν βλέπεις ούτε μισό μέτρο. Σου χει τύχει ποτέ; -Πολλές φορές, και στον Λογαρά και την Κατάρα. -Και τι έκανες; -Άναβα τα alarm και συνέχιζα.
Αφού μπορούν εκείνοι που αγαπάω, μπορώ κι εγώ. Μπροστά ανέβηκε ο Αλβανός από την Αυλώνα, στην μέση εμείς, πίσω τα παιδιά από Χειμάρρα. Σε δέκα λεπτά κατηφορίζοντας πια την δασώδη  ήμερη πλευρά του βουνού φορούσα γυαλιά ηλίου και χαμογελούσα. Μόνο που το μειδίαμα κράτησε λίγο. -Μας ξεφτίλισες. Εμείς οι Έλληνες είμαστε πατριώτες. Έκλαιγες στους Αλβανούς. Κι αυτός ήταν στο τηλέφωνο από τους φίλους ο λιγότερο θρήσκος.

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ