Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Διονύσης Τσακνής: Μια ΔΕΚΟ που θα παράγει παρηγοριά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Το παθαίνουν πολλοί βετεράνοι. Δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να φανταστεί το επάγγελμά τους χωρίς τους ίδιους. Ετσι και ο Νίκος Ξυδάκης. Δημοσιογραφία; Ποια δημοσιογραφία; Μετά Ξυδάκη, «δεν υπάρχει εφημερίδα που να κάνει σοβαρή αρθρογραφία». Ακόμη και η ΕΡΤ, η «δική μας» ΕΡΤ, κατήντησε «τραγική» και «τριτοκοσμική».

Αυτή η αποστροφή για το παρόν (τώρα τις έχουν χαλάσει τις εφημερίδες) είναι η άλλη όψη της εξιδανίκευσης του παρελθόντος (τότε που ζούσαμε!, τότε που γράφαμε!). Και είναι, βέβαια, ένα πολύ ανθρώπινο αντανακλαστικό. Ενας καλοήθης ναρκισσισμός που λειτουργεί σαν αντιγηραντική άμυνα.

Δυστυχώς, στην περίπτωση του Ξυδάκη ήταν άμυνα ευάλωτη. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε στην τηλεόραση που είχε καταγγείλει για να της ζητήσει συγγνώμη. Ενέδωσε, φαίνεται, και στη συναισθηματική πίεση του προέδρου της ΕΡΤ, που του είχε απευθύνει δημόσια επιστολή, στο εξομολογητικό ύφος συντετριμμένου, προδομένου φίλου.

Θα ήταν ένα συντροφικό ρομάντζο, με ωραίο τέλος. Αμφότερες οι πλευρές θα είχαν λόγο να μείνουν ικανοποιημένες. Ο μεν Ξυδάκης, εξοστρακισμένος από την κυβέρνηση και σε ανασφαλή σχέση με την ηγεσία του κόμματός του, κατάφερε –πάλι, όπως και στον πρόσφατο θούριο υπέρ της δραχμής– να βγει στο τηλεοπτικό ξέφωτο. Ο δε Τσακνής είχε την άχαρη αφορμή να υπενθυμίσει ότι διοικεί την πιο εμβληματική ΔΕΚΟ της συριζαϊκής διακυβέρνησης. Γιατί, πριν μας τη θυμίσει ο Ξυδάκης, ποιος φανταζόταν ότι η ΕΡΤ μπορούσε ξανά να γίνει θέμα τέτοιας περιωπής;

Είναι μια πραγματικότητα που φαίνεται να διαφεύγει και από αυτούς που διοικούν και από αυτούς που πολεμούν την ΕΡΤ. Και οι μεν, που την υπερασπίζονται σαν να ήταν πυλώνας της δημόσιας σφαίρας, και οι δε, που την αναθεματίζουν σαν «τηλεόραση Βορείου Κορέας», υπερεκτιμούν την πραγματική επιρροή της. Ευρισκόμενοι υπό την επήρεια του παλαιού συμβολικού της βάρους, φαντάζονται ότι μπορούν και σήμερα να το μεταφράσουν σε πολιτική ισχύ.

Οχι ότι η κυβέρνηση δεν το προσπαθεί. Ιδίως οι τελευταίες απόπειρες να μιμηθεί η κρατική τηλεόραση μοντέλα infotainment της ιδιωτικής, εκτελεσμένα από στρατευμένους πρωταγωνιστές, έχουν προπαγανδιστικές σκοπιμότητες που δεν κρύβονται. Οσο όμως εμφανείς είναι αυτές οι σκοπιμότητες, άλλο τόσο είναι και ατελέσφορες. Γιατί; Διότι, εξαντλημένη από μια διακομματική πολιτική κουλτούρα δεκαετιών, η ΕΡΤ δεν βλεπόταν. Ούτε βλέπεται. Ούτε, σε ένα περιβάλλον ακατάσχετης ρευστοποίησης της μιντιακής «αυθεντίας», είναι εύκολο να την κάνει κάποιος να βλέπεται.

Το είχε πει πολύ καίρια, αν και ασυναίσθητα, ο ίδιος ο Τσακνής, σε μια πρόσφατη συνέντευξή του. Τι είχε πετύχει, τον ρωτούσαν, στα δύο χρόνια της διοίκησής του. «Η μεγαλύτερη επιτυχία μας», είπε, «ήταν η ίδια η επαναλειτουργία της ΕΡΤ». Και είχε δίκιο. Το πιο σημαντικό για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν να υπάρχει μία ΕΡΤ. Να υπάρχει όχι μόνον ως κυβερνητικός δίαυλος (η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήξερε ότι η δημόσια τηλεόραση δεν θα αρκούσε για να της εξασφαλίσει μιντιακή κυριαρχία). Ούτε μόνο ως φορέας αποκατάστασης μιας μικρής, αλλά επιδραστικής πελατείας. Να υπάρχει μία ΕΡΤ κυρίως ως ζωντανό υπόδειγμα για το τι κόμιζε η νέα εξουσία.

Επιλεγμένος χάρη στο προφίλ του ακτιβιστή βάρδου, που σταδιοδρόμησε μελοποιώντας την καθήλωσή του στις πολιτικές εξάρσεις της μετεφηβείας του, ο Τσακνής ήταν το ιδανικό πρόσωπο για να συμβολίσει αυτήν τη ρετρό «επανίδρυση για την επανίδρυση». Το αξίωμα στο οποίο διορίστηκε είναι άλλωστε και καταστατικά συμβολικό.

Κουβέντα στην κουβέντα, ο πρόεδρος της ΕΡΤ μπορεί να χολώθηκε με τον «φίλο» του. Αλλά στη λατρεία των συμβολικών αξιών ταυτίζονται. Ο Τσακνής θέλει μια ΕΡΤ για «τον αγκομαχητή της ζωής· ο Ξυδάκης μια ΕΡΤ που «να παράγει παρηγοριά, ελπίδα, αυτοπεποίθηση και αέρα».

Και οι δύο θέλουν δηλαδή μια μονάδα παραγωγής αριστερής μεταφυσικής. Κανείς δεν θέλει σκέτη τηλεόραση. Και αυτό είναι κάτι που το βλέπει με τα πονεμένα μάτια του και ο τελευταίος αγκομαχητής της τηλεθέασης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ