ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παραμένει «αγκάθι» το εργασιακό

Η υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου κατά την είσοδό της στο ξενοδοχείο, όπου διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των θεσμών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο κλείσιμο των περιφερειακών θεμάτων της διαπραγμάτευσης και στην προσπάθεια προσέγγισης στα δύσκολα ζητήματα του εργασιακού και των δημοσιονομικών μέτρων επικεντρώθηκε η προσπάθεια της κυβέρνησης και των θεσμών χθες. Τα πρώτα «ντιλ» αφορούν τα θέματα του δημοσιονομικού κενού του 2018 και τη ρύθμιση για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό.

Στο επίκεντρο της χθεσινής μαραθώνιας συνεδρίασης με τη συμμετοχή των υπουργών Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και Εργασίας Εφης Αχτσιόγλου, όπως και του αναπληρωτή υπουργού Γιώργου Χουλιαράκη και του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Δημήτρη Λιάκου ήταν το εργασιακό, ένα από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» της διαπραγμάτευσης, καθώς και τα δημοσιονομικά μέτρα.

Στο εργασιακό, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αρνείται να συμφωνήσει σε αλλαγές επί των μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν με τα προηγούμενα μνημόνια, όπως η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων, ενώ ζητεί να αυξηθεί το όριο των ομαδικών απολύσεων και να καταργηθεί η παρέμβαση του υπουργείου Εργασίας στην εφαρμογή τους. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προωθούν μια συμβιβαστική πρόταση, που ουσιαστικά συνιστά υιοθέτηση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επί του θέματος. Δηλαδή, να καθοριστούν επακριβώς οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορεί το υπουργείο να ακυρώνει σχέδια ομαδικών απολύσεων. Γενικώς, η μεγάλη εικόνα της διαπραγμάτευσης παραμένει ίδια, καθώς η κυβέρνηση καλείται να πάρει μέτρα 2% του ΑΕΠ για μετά το 2018, μέσω της μείωσης του αφορολογήτου και των συντάξεων, όπως ακριβώς ζητούσε από την πρώτη στιγμή το ΔΝΤ.

Αυτά, όπως και το εργασιακό, είναι τα δύσκολα ανοικτά ζητήματα, για τα οποία υψηλόβαθμο στέλεχος του οικονομικού επιτελείου ανέφερε προχθές ότι απαιτούν πολιτικές αποφάσεις. Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν σήμερα.

Συνολικά, στα θέματα αυτά, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης έχει αποδεχθεί ότι δεν θα μπορέσει να αποφύγει το «πικρό ποτήρι» και ότι θα υποχρεωθεί να κινηθεί στη γραμμή του ΔΝΤ. Πολιτικά, ο κ. Τσακαλώτος θα ζητήσει ασφαλώς κάλυψη, προκειμένου να προχωρήσει. Ωστόσο έχει πλέον γίνει σε όλους σαφές ότι τα μέτρα είναι μονόδρομος, προκειμένου να μείνει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, όπως διαμηνύουν ότι επιθυμούν ο ένας μετά τον άλλον οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι (με επιφυλάξεις από την Κομισιόν μόνο).

Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με πληροφορίες το οικονομικό επιτελείο έχει πλέον περιλάβει στις προτάσεις του για τα αντίμετρα τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων (κατά 2-3 μονάδες από 29% σε 26%-27%), όπως ζητούσε το Ταμείο. Αντίθετα, οι αρχικές του προτάσεις δεν περιείχαν τέτοιο μέτρο και περιορίζονταν σε ελαφρύνσεις των ασθενέστερων εισοδηματικά στρωμάτων.

Παρά το πολιτικό κόστος της συμφωνίας, το οικονομικό επιτελείο εξακολουθεί να επενδύει στην προοπτική της εξόδου από την κρίση (και από τα μνημόνια), η οποία περνάει μέσα από τη συμφωνία επί της αξιολόγησης και την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Ενδειξη για τις προοπτικές που υπάρχουν αναμένεται να δοθεί σήμερα στο Euroworking Group που συνεδριάζει με τηλεδιάσκεψη.

Το πρώτο «ντιλ»

Η πρώτη «νίκη» που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση ήταν η συμφωνία για τους όρους του εξωδικαστικού συμβιβασμού, που αφορά επιχειρήσεις με μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Βασικό σημείο διαφωνιών μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών στην εν λόγω ρύθμιση αποτελούσε το «κούρεμα» των οφειλών προς το Δημόσιο και ειδικότερα των παρακρατούμενων φόρων, όπως ο ΦΠΑ και ο Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών. Οι δανειστές ήθελαν να επεκταθεί και στις οφειλές προς το Δημόσιο το «κούρεμα» που θα γίνεται στα δάνεια των επιχειρήσεων προς τις τράπεζες, αλλά η κυβέρνηση είχε ενστάσεις νομικού χαρακτήρα ειδικά για τους παρακρατούμενους φόρους. Ο συμβιβασμός σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη προβλέπει «κούρεμα» των φόρων, πιθανόν έμμεσο μέσω της μείωσης των προστίμων, αλλά όχι των ασφαλιστικών εισφορών.

Οριο οφειλών

Σε ό,τι αφορά το όριο οφειλών για την ένταξη των επιχειρήσεων στη ρύθμιση, οι πληροφορίες ανέφεραν χθες ότι επικράτησε η κυβερνητική πρόταση να παραμείνει αυτό στις 20.000 ευρώ και όχι στις 50.000 ευρώ που ήθελαν οι δανειστές και οι τράπεζες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ