Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Λιτές αλήθειες, απλές λύσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​το δημαρχείο του Κάσελ, ο δήμαρχος Μπέρτραμ Χίλγκεν διανύει τους τελευταίους μήνες μιας μάλλον επιτυχημένης θητείας, αν σκεφτεί κανείς ότι συμπλήρωσε ήδη μια 12ετία στη θέση αυτή. Τον Ιούλιο, κι ενώ η 14η documenta θα έχει εγκαινιαστεί και συναντήσει το κοινό της, ο επόμενος δήμαρχος του Κάσελ θα πάρει τη σκυτάλη.

Το μεσημέρι της περασμένης Τρίτης τον συναντήσαμε στο γραφείο του, για μια συνομιλία μαζί του. Οι δήμαρχοι της Αθήνας Γιώργος Καμίνης και του Κάσελ Μπέρτραμ Χίλγκεν συνεργάζονται για τη διοργάνωση αυτού του διεθνούς, μεγάλου κύρους και εμβέλειας καλλιτεχνικού γεγονότος, που ξεκίνησε το 1955 και επαναλαμβάνεται ανά πενταετία. Φέτος, για πρώτη φορά στην ιστορία του απλώνεται σε δύο πόλεις. Δεν περιορίζεται δηλαδή στο Κάσελ των 200.000 κατοίκων, αλλά αναζητά να ανοίξει διάλογο και με την Αθήνα της κρίσης.

Στη συνέντευξη στο δημαρχείο ήταν παρόντες και δύο στενοί συνεργάτες του κ. Χίλγκεν. Κάποια στιγμή τον ρωτήσαμε «ποια ήταν η πιο μεγάλη δυσκολία που αντιμετώπισε αυτά τα 12 χρόνια». Αν ιεραρχούσε τα προβλήματα, δηλαδή, ποιο θα ξεχώριζε ως το πιο σημαντικό και σοβαρό. Ακολούθησε μια περίεργη παύση. Κοιτάχτηκε με τους συνεργάτες του, χαμογέλασαν αμήχανα, σχολίασε ότι η «ερώτηση ήταν δύσκολη». Στις μεταξύ τους ανταλλαγές βλεμμάτων αναγνώρισα το «πρόβλημα»: δεν είχε αντιμετωπίσει καμία κατάσταση τέτοια που να εξείχε και να τον σφράγισε. Αναζητούσε μια αξιόπιστη απάντηση. Κάτι είπε για οικονομικές δυσκολίες, αλλά περισσότερο για να καλύψει το κενό.

Αναλογίστηκα τι θα απαντούσε, αντίστοιχα, ο δήμαρχος μιας ελληνικής επαρχιακής πόλης. Τον καταιγισμό αντιξοοτήτων, τη «λίστα παραπόνων» από την οποία δεν θα ήξερε τι να πρωτο-προτάξει. Δεν είναι μόνο η κανονικότητα του Κάσελ και το επείγον της ελληνικής κρίσης που κάνει τη διαφορά. Ούτε η οξύτητα των ελληνικών προβλημάτων και η τακτοποιημένη καθημερινότητα μιας μικρής γερμανικής πόλης, ούτε, ακόμη, η δραματοποίηση του ευρωπαϊκού Νότου και η ψυχρή, αυστηρή αποτίμηση του ευρωπαϊκού Βορρά. Η εξήγηση είναι, μάλλον, απλή: λύνουν τα προβλήματα που ανακύπτουν, δεν τα επισωρεύουν. Δεν είναι ότι ο κ. Χίλγκεν είχε μια ανέφελη θητεία. Ακόμη και για τη φετινή documenta 14 υπήρξαν αντιδράσεις και δυσφορία για το γεγονός ότι μοιράστηκε ανάμεσα στο Κάσελ και στην Αθήνα.

Πολλοί γκρίνιαξαν και διαμαρτυρήθηκαν. Το είχαμε ακούσει, το διαπιστώσαμε από κοντά. Το Κάσελ στην προηγούμενη διοργάνωση, πριν από πέντε χρόνια, συγκέντρωσε πάνω από 900.000 επισκέπτες. Γιατί να θέλει, τώρα, να χάσει την αποκλειστικότητα; Ρωτήσαμε και γι’ αυτό τον κ. Χίλγκεν. Δεν το αρνήθηκε. Δεν απέδωσε όμως την ψύχραιμη δική του στάση σε κοπιώδη, «ηρωική» αντίσταση ούτε άφησε υπονοούμενα για τον Ανταμ Σίμτσικ, καλλιτεχνικό διευθυντή της documenta 14, ούτε έκρινε ως δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη τη συμπεριφορά των δημοτών. Είπε, απλώς, «πράγματι συνέβη αλλά στη συνέχεια κατανόησαν το πνεύμα της καινοτόμου αυτής εκδοχής». Είτε έγιναν έτσι τα πράγματα είτε όχι, είτε δεν υπάρχει πλέον θέμα είτε συνεχίζει να υπάρχει, ο ίδιος δεν το εκμεταλλεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Εχει έναν θεσμικό ρόλο, στηρίζει όπως και οι προκάτοχοί του οικονομικά μια διοργάνωση, η οποία έχει προσφέρει στο Κάσελ θέση στον πολιτιστικό χάρτη, μέγεθος και φήμη. Το Κάσελ είναι η ντοκουμέντα του. Και αυτό εντάσσεται σε μια διαδικασία, με σαφείς κατανεμημένους ρόλους και αρμοδιότητες που κανείς δεν διανοείται να ανατρέψει ή αλλοιώσει. Η επιτυχία μεταφράζεται σε τουρισμό, έσοδα για την πόλη.

Κάθε πρόσωπο που έχει θεσμική θέση θεωρεί υποχρέωσή του να προχωρήσει τη λύση και όχι να διογκώσει το πρόβλημα για να αποκτήσει υπόσταση, να πρωταγωνιστήσει σε κάποιο δράμα ή να βρει θέση στην προθήκη των σωτήρων. Δεν είναι η αναπαραγωγή του λάθους μέρος του ρόλου τους αλλά η συνέχιση της διαδικασίας των λύσεων. Τόσο σαφές, τόσο καθοριστικό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ