ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κινηματογραφική εβδομάδα των ιστοριών ενηλικίωσης θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί αυτή που ξεκινά σήμερα, με τρεις ταινίες του είδους, όλες αξιόλογες με τον τρόπο τους, να μας ταξιδεύουν νοερά στην ξεγνοιασιά αλλά και στις προκλήσεις των άγουρων χρόνων. Αρχή με τις «Καταπληκτικές γυναίκες» (***) του Μάικ Μιλς («Beginners»), ο οποίος γράφει και σκηνοθετεί μια δραμεντί που σε μεγάλο βαθμό μοιάζει αυτοβιογραφική. Επιπλέον, αποτελεί ύμνο στη γυναικεία φύση καθώς και στην αγάπη και την αφοσίωση που ένα παιδί χρειάζεται για να αρχίσει τη βόλτα του στον κόσμο.

Βρισκόμαστε στα τέλη των ’70s. Ο δεκαπεντάχρονος Τζέιμι ζει μαζί με τη μητέρα του, στο μικρό κοινόβιο που εκείνη έχει δημιουργήσει σε ένα παλιό δίπατο σπίτι στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας. Κάτω από την ίδια στέγη μένουν ακόμη ο μαστροχαλαστής Γουίλιαμ και η νεαρή καλλιτέχνις Αμπι (Γκρέτα Γκέργουικ), ενώ την περισσότερη μέρα της περνάει εκεί και η Τζούλι (Ελ Φάνινγκ), η ξανθούλα ενζενί με την οποία είναι ερωτευμένος ο Τζέιμι. «Χρειάζεται πραγματικά ένας άνδρας για να μεγαλώσει έναν άλλο άνδρα;» αναρωτιέται σχετικά με τον γιο της η Ντοροθέα. Την απάντηση τη δίνει μόνη της, ζητώντας βοήθεια από τις νεαρές φίλες της και βάζοντας έτσι τον Τζέιμι για τα καλά στον κύκλο των γυναικών.

Το φιλμ του Μάικ Μιλς είναι ένα πλέγμα από διαφορετικές αλλά αλληλοσυμπληρούμενες αφηγήσεις. Πνεύματα ανεξάρτητα και δυναμικά, οι τρεις γυναίκες γεμίζουν κάθε πλάνο της ταινίας και της ζωής του Τζέιμι. Η Αμπι του δίνει να διαβάσει φεμινιστικά βιβλία και τον μυεί στην πανκ μουσική. Η Τζούλι τον παρασέρνει σε εξερευνήσεις και περιπέτειες. Στο τιμόνι του πλοίου ωστόσο –και της ίδιας της ταινίας– βρίσκεται η Ανέτ Μπένινγκ. Η έμπειρη ηθοποιός παραδίδει εδώ μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της ως ελευθεριακή μητέρα και γυναίκα, που προχωράει ατρόμητη μέσα σε έναν κόσμο εξαιρετικά ανδροκρατούμενο. Από κοντά και οι άλλες δύο πρωταγωνίστριες, σε ένα φιλμ που μπορεί να μην είναι κινηματογραφικά άψογο, δικαιολογεί ωστόσο σχεδόν απόλυτα τον τίτλο του.

Στον δρόμο

Ο δεύτερος που καταπιάνεται με τη νιότη αυτή την εβδομάδα είναι ο Φατίχ Ακίν. Εν μέρει για να ανανεώσει και τα δικά του κύτταρα μετά την αμφιλεγόμενη «Μαχαιριά», ο τουρκικής καταγωγής Γερμανός σκηνοθέτης δημιουργεί το κωμικό «Βερολίνο, αντίο» (***) πάνω στο μπεστ σέλερ μυθιστόρημα του Βόλφγκανγκ Χέρντοφ «Τschick». Αυτό περιγράφει την ιστορία δύο 14χρονων «απόκληρων» του σχολείου, οι οποίοι ξεκινούν ένα μοναδικό καλοκαιρινό ταξίδι στη γερμανική εξοχή. Με οχήματα ένα παλιό Lada και άφθονη τρέλα, οι δυο τους θα εμπλακούν σε ένα σωρό περιπέτειες και θα γνωρίσουν ενδιαφέροντες τόπους και ανθρώπους. Πάνω από όλα θα βουτήξουν στην προσωπική τους λίμνη αυτογνωσίας, μαθαίνοντας τελικά να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις.

Ο Ακίν δεν μπαίνει εδώ στη διαδικασία να βαρύνει την ιστορία του με έξτρα αφηγηματικό φορτίο και «δύσκολα» νοήματα. Αντιθέτως, κρατά την ταινία του ανάλαφρη και ξέγνοιαστη ώς το τέλος, έχοντας ως πυξίδα την απόλυτη ελευθερία του δρόμου. Η φωτογραφία, με τα έντονα, ολοφώτεινα χρώματα του καλοκαιριού, δίνει το έναυσμα για να ξεδιπλωθούν σε όλο τους το μεγαλείο η νεανική ορμή και η αξία της αληθινής φιλίας.

Η τρίτη ιστορία μάς έρχεται από την Ελλάδα. Το «Park» (***), η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Σοφίας Εξάρχου, είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γυρισμένο στο Ολυμπιακό Χωριό και στις αθλητικές εγκαταστάσεις των Αγώνων του 2004. Οι ήρωές του είναι μια παρέα παιδιών που περιφέρονται παίζοντας ή απλώς αράζοντας άσκοπα, σε αυτούς τους χώρους-ερείπια, σύμβολα μιας άλλης, παρηκμασμένης σήμερα Ελλάδας. Ο 17χρονος Δημήτρης και η λίγο μεγαλύτερη Αννα προσπαθούν να ξεφύγουν από τη μιζέρια, αναζητώντας (μάταια) την τύχη τους στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις των νοτίων προαστίων.

Ο φακός της Εξάρχου έχει χώρο μόνο για την παρακμή και τη διάλυση. Οι λήψεις της περισσότερο και από τον ρεαλισμό (προφανώς και δεν είναι τα πάντα έτσι στη σημερινή Αθήνα) υπηρετούν μια πολύ στοχευμένη συμβολική εικονοποιία. Τα παιδιά, κυρίαρχοι ενός κατεστραμμένου βασιλείου, παίζουν παιχνίδια που αντιγράφουν, ως κακέκτυπα, τα ολυμπιακά αγωνίσματα. Μεγαλώνοντας μέσα σε έναν κόσμο που προσφέρει ελάχιστη παρηγοριά, αναζητούν ταυτότητα ενώ παράλληλα παλεύουν να συντηρήσουν τα όνειρα και την αθωότητά τους. Η ίδια η νεότητα, αλλά και η συμπόνια που αναπτύσσεται μεταξύ τους, μοιάζει να είναι ο μοναδικός σύμμαχος.

CINEMA ALERT

Την προσέξαμε για πρώτη φορά το 2011 ως χαριτωμένη έφηβη στο «Super 8» του Τζ. Τζ. Αμπραμς, ωστόσο βρίσκεται μπροστά από τον φακό από τα τρία της. Σήμερα η Ελ Φάνινγκ, η μικρότερη αδελφή της Ντακότα, είναι πια μια πανέμορφη νεαρή γυναίκα αλλά και πολύ χαρισματική ηθοποιός. Στις «Καταπληκτικές γυναίκες» υποδύεται την Τζούλι, την παρορμητική λολίτα που «ταλαιπωρεί» τον έφηβο Τζέιμς. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά την είχαμε δει και πάλι ως πρωταγωνίστρια στο στυλάτο θρίλερ «The Neon Demon».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ