ΒΙΒΛΙΟ

Αυτό το βιβλίο είναι το τελευταίο

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Aνεξάρτητα από το αν συμφωνεί κάποιος με τις πολιτικές τοποθετήσεις του Μίκη Θεοδωράκη, ελάχιστοι αμφισβητούν ότι πρόκειται για έναν σπουδαίο μουσουργό αλλά και για έναν άνθρωπο με ενεργή συμμετοχή στα κοινά εδώ και περίπου επτά δεκαετίες. Το βιβλίο του «Μονόλογοι στο Λυκαυγές», που κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από τις εκδόσεις «Ianos» και περιλαμβάνει άρθρα, ομιλίες, ιστορικές ανασκοπήσεις κ.ά., αποτελεί μία σύνθεση στοιχείων από όλες τις πτυχές της πολυσχιδούς προσωπικότητάς του: τα θεωρητικά σχόλια εναλλάσσονται με τις προσωπικές εξομολογήσεις και οι αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν της χώρας με προτάσεις για τη μελλοντική πορεία της. 

«Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό είναι το τελευταίο μου βιβλίο!», υπογραμμίζει στον επίλογο ο μεγάλος μας συνθέτης. Και συνεχίζει: «Ομολογώ ότι λυπάμαι γι’ αυτό, γιατί μου άρεσε να γράφω διάφορα κείμενα και ποιηματάκια πολύ πριν αρχίσω να γράφω μουσική. Γιατί και τη μουσική την έγραφα, μόνο που αντί για λέξεις έγραφα μουσικούς φθόγγους. Μπορεί άραγε αυτός που χτυπά πλήκτρα να νιώθει την ίδια μέθη, τον ίδιο ίλιγγο με μας που κρατούσαμε πένα με μελάνι είτε μολύβι που κάθε τόσο το ξύναμε για να πάρουμε μιαν ανάσα, μια πνοή ικανοποίησης για το έργο μας, που εκείνη τη στιγμή το θεωρούσαμε μοναδικό!».

Αντί «αποχαιρετισμού», ο συγγραφέας και μουσικός συνοψίζει τις πολιτικές θέσεις και τις φιλοσοφικές θεωρίες του, ενώ παράλληλα ανατρέχει στα γεγονότα που τον διαμόρφωσαν στα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Αφήνει, έτσι, να διαφανεί η διαδικασία, μέσω της οποίας ένα παιδί με ανήσυχο πνεύμα ανακάλυψε το σύμπαν της μουσικής, των άστρων και των μεγάλων ιδεών! Ενα ακόμα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου από τα 1925 έως τα 1930 τα έζησα στη Λέσβο. Το σπίτι μας ήταν πλάι στη θάλασσα και τα βράδια συνηθίζαμε να κοιμόμαστε στο ύπαιθρο κάτω από τον έναστρο ουρανό. Ο πατέρας μου, που τον ενδιέφερε η αστρονομία, αν και ήμουν πολύ μικρός, επέμενε να μου μιλά για τα ουράνια σώματα, τους αστερισμούς και τους γαλαξίες, έτσι που τελικά ο ουράνιος θόλος να χαραχτεί βαθιά μες στην ψυχή μου και να γίνει αναπόσπαστο μέρος του θυμικού και στη συνέχεια του πνευματικού μου κόσμου. Ετσι, ο χάρτης με τον Γαλαξία του μουσικού μου έργου θα πρέπει να θεωρηθεί ως η αντανάκλαση εκείνου που χαράχτηκε στην παιδική μου ψυχή και που, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν για μένα μια απλή εικόνα με άστρα, αλλά κάτι το πολύ βαθύτερο που έφτανε στα μύχια του εαυτού μου, που με αναστάτωνε».

Ακολούθησε η περίοδος της ξένης κατοχής (1941-44). «Ηταν τότε μια εποχή που άρχιζα να βυθίζομαι όλο και πιο πολύ μέσα στη μουσική», γράφει. «Την άνοιξη του 1941 μπήκαν τα ξένα στρατεύματα, Γερμανοί και Ιταλοί, στη μικρή μας πόλη, την Τρίπολη, στο κέντρο της Πελοποννήσου. Η Ελλάδα εισήρχετο στη Μεγάλη Νύχτα και μαζί της κι εγώ. Αποκομμένος από την Αθήνα, όπου υπήρχαν τα μεγάλα ωδεία για να σπουδάσει κανείς, ήμουν υποχρεωμένος να ανακαλύπτω μόνος μου με μόνη βοήθεια το βιολί μου τη θεωρία και τους νόμους της μουσικής. Παράλληλα υπήρχαν τα βιβλία από τα οποία τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές και φιλόσοφοι, καθώς και οι Νεοέλληνες ποιητές (Σολωμός, Παλαμάς, Καβάφης, Ρίτσος)... Ετσι ανακάλυψα εντελώς μόνος τις μουσικές κλίμακες και τις αρμονίες της μουσικής, γεγονός που μου προκαλούσε ένα περίεργο συναίσθημα, λες και δημιουργούσα ο ίδιος έναν δικό μου κόσμο, μια και ώς τότε η ύπαρξη και τα έργα των μεγάλων συνθετών μού ήταν άγνωστα.

Η «Ενάτη» του Μπετόβεν άλλαξε τη ζωή μου

Ο μικρός μουσικόφιλος δεν αργεί να έρθει σε επαφή με την κλασική μουσική, η οποία τον καθηλώνει. «Στα 1942 και σε ηλικία δεκαεπτά ετών άκουσα την “Ενάτη” του Μπετόβεν. Εκτοτε η ζωή μου άλλαξε ριζικά. Ενα καινούργιο πάθος είχε δημιουργηθεί, η αγάπη μου για τη συμφωνική μουσική, στην οποία αποφάσισα να αφιερώσω εξ ολοκλήρου τη ζωή μου... Στα 1943 ο Μπαχ, ο Χέντελ και ο Μπετόβεν ήταν οι τρεις μορφές που θα με οδηγούσαν στα άδυτα των αδύτων της αντιστικτικής τέχνης. Είχα στο μεταξύ μπει στην τάξη σύνθεσης του Φιλοκτήτη Οικονομίδη στο Ωδείο Αθηνών, έτσι που σε λιγότερο από δύο χρόνια μπορώ να πω ότι ήμουν απόλυτος γνώστης των μυστικών της μουσικής τεχνικής, με κορυφαίες επιδόσεις στη φούγκα και στην αντίστιξη... Την ίδια εποχή άρχισα τη σύνθεση του πρώτου μου συμφωνικού έργου, της Συμφωνίας αρ. 1, με κείμενα δικά μου, για μεικτή χορωδία και διπλό κουαρτέτο εγχόρδων, με τη σφραγίδα της αντίστιξης. Λίγο αργότερα, από το 1945 έως το 1947, συνέχισα την ίδια πορεία με το “Τρίο”, το “Σεξτέτο” και τα “Πρελούντια για πιάνο”, τελευταίο έργο πριν από τη σύλληψή μου και την πρώτη εκτόπισή μου στην Ικαρία, κάτι που ήταν επόμενο να με κλονίσει συθέμελα». 

Μόλις ένα χρόνο αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης εκτοπίζεται για δεύτερη στην Ικαρία και από εκεί στη Μακρόνησο, όπου βρίσκει ξανά καταφύγιο στη μουσική. «Στην πραγματικότητα, θεωρούσα τον εαυτό μου προνομιούχο που μπορούσα να ζω αυτήν τη διπλή ζωή, να σκύβω πάνω απ’ το πεντάγραμμο και ως διά μαγείας να σβήνω τον αποκρουστικό κόσμο των ανθρώπων και να ξαναβρίσκω τον κόσμο των μαγικών ήχων με μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο τον εαυτό μου».

Στα χρόνια της ωριμότητας, ο Μίκης Θεοδωράκης αποφασίζει να συνδυάσει τις επιρροές από την ευρωπαϊκή συμφωνική μουσική, την οποία σπούδασε συστηματικά στο Παρίσι, με τον ελληνικό λόγο, μελοποιώντας ποιήματα και συνθέτοντας τραγούδια. Τέτοιου είδους απόπειρες είχαν ως αποτέλεσμα «την αποβολή μου στην ουσία και στην πράξη, από τους οπαδούς και των δύο παρατάξεων. Για τους πρώτους είμαι αιρετικός, γιατί θαυμάζω και εφαρμόζω τις τεχνικές της ευρωπαϊκής μουσικής, για τους δεύτερους επίσης θεωρούμαι αιρετικός, γιατί θαυμάζω και γράφω κι εγώ ο ίδιος έργα έντεχνης λαϊκής ελληνικής μουσικής», υποστηρίζει, διευκρινίζοντας ότι η αρνητική κριτική ελάχιστα επηρέασε τις επιλογές του. «Ηθελα να σμίξουν με το μεγάλο ελληνικό κοινό τρία στοιxεία: Πρώτον, η ποίηση, δεύτερον, η μουσική που πηγάζει μέσα από την ποίηση και, τρίτον, οι δημιουργοί (ο ποιητής και ο συνθέτης) μαζί με τους ερμηνευτές. Ποίηση-μουσική-δημιουργοί και λαός ενώπιος ενωπίω. Και προπαντός, εκτός των τειχών. Δηλαδή εκτός του αθηναϊκού τριγώνου Κολωνάκι - Ομόνοια - Σύνταγμα».

​​Το βιβλίο «Μονόλογοι στο Λυκαυγές» κυκλοφορεί εντός της εβδομάδας από τις εκδόσεις Ianos.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ