ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

Το τέλος της ελευθεριότητας στο μεταναστευτικό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ι προβλέψεις πέραν του βραχυπρόθεσμου σε θέματα υψηλής μεταβλητότητας όπως η μετανάστευση είναι πάντα παρακινδυνευμένες. Ωστόσο, οι στρατηγικοί σύμβουλοι κυβερνήσεων και οργανισμών καλούνται να κάνουν ακριβώς αυτό: να δουν το μέλλον, εξοπλισμένοι με την πιο πλήρη διαθέσιμη πληροφόρηση, την εμπειρία και το ένστικτό τους.

Η μετανάστευση προς την Ευρώπη έχει υπερβολικά πολλές μεταβλητές, επί των οποίων δεν είναι δυνατός ο έλεγχος: την πληθώρα συνθηκών που την προκαλούν, τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι μετανάστες και οι οικογένειές τους, την αντίδραση της «αγοράς» (των λαθρεμπόρων) στις αποφάσεις αυτές, και φυσικά τις αποφάσεις των κρατών-μελών, τόσο εκείνων που βρίσκονται στα σύνορα της Ε.Ε. όσο και εκείνων στο εσωτερικό του μπλοκ που αποτελούν τους τελικούς προορισμούς των μεταναστών.

Τα δεδομένα έχουν ως εξής: Περίπου 200 - 250.000 άτομα ετησίως θα φτάνουν στην Ευρώπη μέσω της Μεσογείου έως ότου τόσο οι συνοριακές χώρες όσο και η Ε.Ε. αποφασίσουν να αλλάξουν πολιτική και η αλλαγή αυτή εξηγηθεί με σαφή τρόπο, με συγκεκριμένες δράσεις, στους υποψήφιους μετανάστες του μέλλοντος. Οι οδοί της μετανάστευσης, τα σημεία που οι μετανάστες επιλέγουν για να εισέλθουν στην Ευρώπη, καθορίζονται πρωταρχικά από τις ευκαιρίες που οι ίδιοι και οι λαθρέμποροι αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν. Στο έργο αυτό διευκολύνονται ιδιαιτέρως από την κυρίαρχη πρακτική των αρχών των συνοριακών χωρών της Ε.Ε. τα τελευταία χρόνια, που έχει ως αποτέλεσμα η μεγάλη πλειονότητα των προσφύγων και μεταναστών να φτάνει σε ευρωπαϊκό έδαφος και να παραμένει εκεί. Οσο αυτό δεν αλλάζει, δεν έχουμε λόγο να περιμένουμε ότι θα αλλάξουν πολλά.  

Η μεταβολή της κατάστασης προϋποθέτει ότι η Ε.Ε. θα συνεργαστεί στενά με τις συνοριακές χώρες σε όλες τις δράσεις της διαχείρισης των συνόρων, που αναμένεται να επιτελούν κυρίαρχα κράτη – από την αποτροπή  και τους ουσιώδεις ελέγχους που την ενισχύουν έως την αυστηρή αντιμετώπιση κρατών από τα οποία οι μετανάστες ξεκινούν το πέρασμά τους και την παροχή βοήθειας στη λήψη γρήγορων αποφάσεων για το ποιοι είναι οικονομικοί μετανάστες και για την ταχεία επαναπροώθησή τους. Μόνο αν η Ε.Ε. βοηθήσει τα συνοριακά κράτη-μέλη να επιδείξουν πραγματική προσήλωση στην αποκατάσταση των εξωτερικών τους συνόρων –που είναι και τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης– και να εκδίδουν αποφάσεις για το άσυλο με αυστηρά κριτήρια, είναι πιθανό τα περισσότερα κράτη-μέλη να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους για μετεγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών.    

Οι συνοριακές χώρες και οι χώρες τελικού προορισμού πρέπει να κινηθούν συντονισμένα στα θέματα αυτά, διαφορετικά τα συστήματα ασύλου της Ευρώπης θα συνεχίσουν να δέχονται ασφυκτικές πιέσεις και η υπομονή της κοινής γνώμης θα εξαντληθεί. Η επέλαση του λαϊκισμού θα σαρώσει τότε τις σημερινές κυβερνήσεις και θα τις αντικαταστήσει με πολύ πιο σκληρά εναλλακτικά σχήματα.

Μεγάλο μέρος της Ευρώπης έχει ήδη κινηθεί σε αυτήν την κατεύθυνση, καθώς οι ψηφοφόροι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα ή –ακόμα χειρότερα– στη διάθεση των κυβερνήσεών τους να εφαρμόσουν τα σκληρά μέτρα που απαιτούνται για να διατηρήσουν οι κοινωνίες τους τη συνοχή τους. Το σφράγισμα της Ελλάδας με το κλείσιμο της οδού των Δυτικών Βαλκανίων είναι ένα κορυφαίο παράδειγμα αυτών των σκληρών μέτρων. Δεν πρέπει να αμφιβάλλει κανείς ότι η Αυστρία και η Γερμανία σύντομα θα κλείσουν  τα σύνορά τους με την Ιταλία (η Γαλλία το έχει ήδη κάνει). 

Το μήνυμα της Ευρώπης προς τους νεοαφιχθέντες που φτάνουν αυθόρμητα στο έδαφός της είναι σαφές: το χαλί καλωσορίσματος και η εποχή ακραίας ελευθεριότητας στον χειρισμό των αιτήσεων ασύλου και στην μη εφαρμογή των επαναπροωθήσεων έχει παρέλθει.  Οι ανησυχίες για την έξαρση της εγκληματικότητας, το κόστος και την αναποτελεσματικότητα των πολιτικών ενσωμάτωσης, η αυξανόμενη επιβάρυνση των δημόσιων υπηρεσιών και οι συναφείς δυσκολίες έχουν ήδη γείρει την πλάστιγγα υπέρ της προστασίας των συμφερόντων των λαών της Ευρώπης και κατά των ιδεωδών και των «αξιών» της ανοιχτής κοινωνίας.

Αυτή η σκλήρυνση τόσο του λεξιλογίου όσο και της πολιτικής θα αποτελέσει μεσοπρόθεσμα το κεντρικό στοιχεία της ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στη μετανάστευση.

*Ο κ. Δημήτρης Γ. Παπαδημητρίου είναι επίτιμος πρόεδρος του Migration Policy Institute και πρόεδρος του ευρωπαϊκού τμήματος του Ινστιτούτου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ