ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Οταν το παρελθόν εμποδίζει το μέλλον

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Συγκλονιστική η ερμηνεία της Τσάρο Σάντος-Κόνσιο, στη «Γυναίκα που έφυγε».

«Ο χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα, δεν έχουμε έλεγχο σε ό,τι συμβαίνει. Γι’ αυτό, καλύτερα να λέμε αμέσως αυτό που θέλουμε για να μη χάνουμε χρόνο», επισημαίνει ένα από τα πρόσωπα της προηγούμενης, 8ωρης (!), ταινίας («A lullaby to the sorrowful mystery») του Φιλιππινέζου σκηνοθέτη Λαβ Ντίαζ. Η διάρκειά της δεν εμπόδισε την κριτική επιτροπή του περυσινού Φεστιβάλ Βερολίνου να την ανταμείψει με την Αργυρή Αρκτο. Δικαίως. Ηταν μια οπτική παραίσθηση, μέσα από ιστορικά γεγονότα της χώρας του, μύθους, μνήμες, πρόσωπα υπαρκτά και επινοημένα, με τραύματα που αιμορραγούν και στοιχειώνουν.

Η επόμενη ταινία του «Η γυναίκα που έφυγε» («The woman who left»), διάρκειας 3 ωρών και 45΄, απέσπασε τον περασμένο Σεπτέμβριο το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία, με το κοινό όρθιο να αποθεώνει επί ώρα. Την είδα στον υπολογιστή υπολογίζοντας ότι θα μπορέσω να την «τρέξω», αποκομίζοντας μια γενική αίσθηση. Δεν τα κατάφερα. Με καθήλωσε επί 4 ώρες σε έναν κόσμο ρεαλιστικό, γεμάτο ανατροπές, αδικαίωτα, ματαιώσεις, ενοχές, το παρελθόν που επιστρέφει διαρκώς στη ζωή των ηρώων, συρρικνώνοντας το παρόν και εμποδίζοντας το μέλλον.

Εμπνευσμένη από ένα διήγημα του Τολστόι («Ο Θεός βλέπει την αλήθεια αλλά περιμένει»), η ταινία αφηγείται την ιστορία της Χοράσια, μιας γυναίκας που έχει περάσει τα τελευταία 30 χρόνια στη φυλακή, για ένα φόνο τον οποίο δεν έχει διαπράξει. Πρώην δασκάλα, διδάσκει τις άλλες κρατούμενες γραφή και ανάγνωση και διηγείται ιστορίες, χωρίς να περιμένει πια τίποτα από τη ζωή της. Ομως μια άλλη κρατούμενη ομολογεί την ενοχή της για το έγκλημα για το οποίο η Χοράσια είχε καταδικαστεί, κι έτσι αποφυλακίζεται, απροσδόκητα, ύστερα από τρεις δεκαετίες. Αναζητώντας τα παιδιά της, θα ανακαλύψει ξανά την πατρίδα της, τις Φιλιππίνες, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, βουτηγμένη στον τρόμο της διαφθοράς και των απαγωγών. Γυναίκα στοχαστική και συναισθηματικά γενναιόδωρη, βρίσκεται αντιμέτωπη με το πάθος της εκδίκησης και την ανάγκη της συγχώρεσης.

Ο ρεαλισμός του Λαβ Ντίαζ διαπερνά την εικόνα, το «δέρμα», τα επιφαινόμενα. Διαπερνά τα φτωχικά δωμάτια, τους βρώμικους δρόμους, τις εκκλησίες και τις φτωχογειτονιές, τις πολλαπλές μεταμφιέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναζητεί την κινητήρια δύναμη, την επιθυμία για ζωή μέσα από τη διαρκή έλξη του θανάτου. «Είχα διαβάσει πριν από πάρα πολύ καιρό το διήγημα του Τολστόι και θυμόμουν μόνο τη βασική ιδέα», λέει ο σκηνοθέτης. «Αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πώς κανείς από εμάς δεν καταλαβαίνει τι είναι η ζωή. Δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια. Και πιο συχνά υπομένουμε και υποκύπτουμε στο τυχαίο».

​​Η «Γυναίκα που έφυγε», σε πρώτη πανελλήνια προβολή, αύριο στη Στέγη Γραμμάτων (7.30 μ.μ.) από το Flix.gr.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ