ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Η Πομπηία ζωντανεύει ξανά

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

«Στιγμιότυπο» από την Πομπηία στη μεγάλη της ακμή – όπως τη φαντάστηκε ο ζωγράφος και αρχιτέκτονας Louis-Jean Desprez το 1778.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Houses and monuments of Pompeii
εκδ. Taschen, σελ. 648

Πομπηία, 14 Αυγούστου 79 μ.Χ. Ο Βεζούβιος εκρήγνυται, η λάβα και η στάχτη του ηφαιστείου σκεπάζουν τα πάντα, ο χρόνος παγώνει. Στην κυριολεξία. Η Πομπηία, η ακμάζουσα πόλη που είχε ιδρυθεί τον 5ο αιώνα π.Χ. στους πρόποδες του βουνού, σε μια πανέμορφη και εύφορη τοποθεσία, χάνεται. Μαζί της περίπου 2.000 από τους 25.000 κατοίκους της, που θάφτηκαν ζωντανοί ή πέθαναν από ασφυξία καθώς δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν.

Οι πρώτες ανασκαφές στη θαμμένη πολιτεία ξεκίνησαν το 1738. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η αρχαιολογική σκαπάνη είχε αρχίσει να ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερα κομμάτια της, ακριβώς όπως ήταν τη στιγμή της καταστροφής: η ηφαιστειακή λάσπη είχε δημιουργήσει ένα προστατευτικό περίβλημα το οποίο είχε διατηρήσει σχεδόν ανέπαφη όχι μόνο την πολεοδομική και αρχιτεκτονική ταυτότητά της, αλλά ταυτόχρονα είχε αποτυπώσει, κατά κάποιον τρόπο, την καθημερινότητά της, μέχρι τη στιγμή της έκρηξης.

Οι Ναπολιτάνοι αδελφοί Νικολίνι –γιοι του φημισμένου αρχιτέκτονα Αντόνιο Νικολίνι, την υπογραφή του οποίου φέρουν πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια της Νάπολης και της Τοσκάνης– παρακολουθούσαν στενά το έργο των αρχαιολόγων. Αρχιτέκτονας ο Φάουστο (δούλευε μαζί με τον πατέρα του), διευθυντής του Εθνικού Μουσείου της Νάπολης ο Φελίτσε, αποφάσισαν να συμβάλουν στην τιτάνια προσπάθεια με τον δικό τους τρόπο. Το 1850 ζήτησαν από τον Τζουζέπε Φιορέλι, επικεφαλής του ανασκαφικού έργου, να αναλάβουν την έκδοση των ζωγραφικών αναπαραστάσεων των ευρημάτων – η φωτογραφία, βλέπετε, δεν ήταν τότε ιδιαίτερα δεδομένη (πολύ αργότερα, το 1888, θα κυκλοφορούσε το πρώτο φιλμ από την αμερικανική εταιρεία Eastman).

Προσέλαβαν τους καλύτερους καλλιτέχνες για το φιλόδοξο πρότζεκτ τους, χωρίς να υπολογίσουν το κόστος. Το 1854 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του μνημειώδους «Le Case ed i Monumenti di Pompei» (Τα σπίτια και τα μνημεία της Πομπηίας). «Είναι η πρώτη φορά που προσφέρεται μια ολοκληρωμένη εικόνα για την Πομπηία και μάλιστα από ιταλικά χέρια», έγραφαν με υπερηφάνεια στον πρόλογο. Μέχρι το 1896 που βγήκε ο τελευταίος τόμος της σειράς (σε επιμέλεια του ανιψιού τους Αντόνιο, μια και οι δύο συγγραφείς είχαν πεθάνει το 1886), οι αδελφοί Νικολίνι είχαν παρουσιάσει περισσότερα από 400 σχέδια, ζωγραφικές αναπαραστάσεις και έγχρωμες λιθογραφίες, μέσα από τις οποίες η ρωμαϊκή πόλη έπαιρνε ξανά ζωή: χάρτες και κατόψεις κατοικιών, εντυπωσιακές τοιχογραφίες από επαύλεις, περίτεχνα γλυπτά, σκεύη καθημερινής χρήσης. Αλλά πέρα από την αποτύπωση όσων έβλεπαν με τα μάτια τους, οι καλλιτέχνες που εργάστηκαν για την έκδοση έκαναν ακόμα ένα βήμα: δημιούργησαν εικόνες με τη φαντασία τους, κληροδοτώντας μας «στιγμές» της Πομπηίας από ναούς, θέατρα και λουτρά, ταβέρνες, εργαστήρια και καταστήματα.

Ο καιρός πέρασε, η Πομπηία είναι σήμερα ένας από τους πιο διάσημους αρχαιολογικούς χώρους στον κόσμο (με περίπου 3 εκατ. επισκέπτες ετησίως), η χρήση της φωτογραφίας τον 20ό και τον 21ο αιώνα άλλαξε πολλά δεδομένα. Το έργο των αδελφών Νικολίνι φλέρταρε με τη λήθη. Μέχρι που ο Γερμανός εκδότης Μπένεντικτ Τάσεν αποφάσισε να μας το ξανασυστήσει, μέσα από ένα εντυπωσιακό –και τρίγλωσσο (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά)– λεύκωμα. Ξεφυλλίζοντάς το, συνειδητοποιεί κανείς το μέγεθος του επιτεύγματος του Φάουστο και του Φελίτσε. Γιατί μπορεί οι αρχαιολόγοι να έχουν κατά καιρούς βρει διάφορα ψεγάδια και ανακρίβειες στις αναπαραστάσεις που εκείνοι παρουσίασαν, αλλά το corpus των εικόνων που μας κληροδότησαν δεν χάνει σε καμία περίπτωση τη σημασία του. Είναι μια ρομαντική προσέγγιση της ιστορίας της Πομπηίας που δεν μπορεί παρά να σε συγκινήσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ