ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι φόροι μετέτρεψαν την κληρονομιά ακινήτου από ευχή σε... κατάρα

ΕΥΑ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗ, ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αυξημένες κατά 86,4% ήταν οι αιτήσεις για αποποιήσεις κληρονομιών το 2016 σε σύγκριση με το 2013, όπως προκύπτει από τα στοιχεία των Ειρηνοδικείων όλης της χώρας.

Το ασφαλέστερο κάποτε επενδυτικό προϊόν έχει καταστεί βάρος για πολλούς πολίτες, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να απαλλαγούν από ακίνητα είτε αυτά είναι οικόπεδα-αγροτεμάχια είτε διαμερίσματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν χθες, το 2016 υποβλήθηκαν στα ειρηνοδικεία 54.422 αιτήσεις αποποιήσεων κληρονομιάς, από 45.628 το 2015 και 29.199 το 2013.

Οι αποποιήσεις κληρονομιών χρόνο με τον χρόνο αυξάνονται, γεγονός που οφείλεται στην τρομακτική αύξηση της φορολογίας των ακινήτων αλλά και γενικότερα των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών που αδυνατούν πλέον να συντηρήσουν τις περιουσίες. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς τα κενά διαμερίσματα, μεγεθύνοντας τις επιβαρύνσεις για τους φορολογουμένους, καθώς ο ΕΝΦΙΑ επιβάλλεται ακόμα και επί των κενών και μη ηλεκτροδοτούμενων ακινήτων.

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι οι περισσότερες αιτήσεις έχουν γίνει στα μεγάλα αστικά κέντρα και συγκεκριμένα στην Αθήνα 11.655, στη Θεσσαλονίκη 5.563, στον Πειραιά 1.938,και στην Πάτρα 1.473.

Οι πολίτες επιλέγουν να αποποιούνται ως επί το πλείστον αγροτικά ακίνητα αλλά και ακίνητα που η αντικειμενική τους αξία υπερβαίνει την πραγματική κατά πολύ, προκειμένου να... αποποιηθούν και τους φόρους. Βάσει του νόμου υπάρχουν δύο τρόποι για κάποιον που θέλει να απαλλαγεί από την κληρονομιά του.

Ο ένας είναι η αποποίηση της κληρονομιάς στο σύνολό της, περίπτωση κατά την οποία ο κληρονόμος απαλλάσσεται από τυχόν χρέη του θανόντος αλλά και από την οποιαδήποτε περιουσία του κληροδοτείται. Η δεύτερη περίπτωση είναι ο κληρονόμος να παραχωρήσει τμήμα της κληρονομιάς του στο κράτος.

Οπως εξηγεί στην «Κ» ο συμβολαιογράφος Αθηνών και τέως πρόεδρος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Νίκος Στασινόπουλος, κυρίως στην επαρχία παραχωρούνται αγροτικά ακίνητα, ακόμα και σε περιπτώσεις που η φορολογική επιβάρυνση είναι μικρή. Στην ορεινή Γορτυνία για παράδειγμα, η φορολόγηση (ΕΝΦΙΑ) είναι 1,5 ευρώ το στρέμμα. «Κάποιος που έχει 100 στρέμματα θα πρέπει να καταβάλει 150 ευρώ. Και όμως ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις οι πολίτες προκειμένου να γλιτώσουν τον φόρο, αποποιούνται το ακίνητο». Ο ίδιος αναφέρεται και σε έτερη περίπτωση όπου πολίτης είχε κληρονομήσει 98 οικόπεδα εντός σχεδίου στη Λάρισα από τον πατέρα του και τη θεία του. «Οταν τον ενημέρωσα ότι μπορούσε να τα παραχωρήσει στο Δημόσιο και να απαλλαγεί από τη φορολογία, ενθουσιάστηκε και το έπραξε».

Στα αστικά κέντρα η αποποίηση κληρονομιάς και οι παραχωρήσεις αφορούν κυρίως σπίτια και διαμερίσματα των οποίων οι αντικειμενικές αξίες είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από τις πραγματικές.

Αν και υπάρχει διάταξη (του 2014) που ορίζει ότι «με πράξη της φορολογικής διοίκησης επιτρέπεται η εξόφληση του συνόλου ή μέρους οφειλόμενου φόρου κληρονομιάς από οφειλέτη που βρίσκεται σε αδυναμία να τον καταβάλει με μετρητά, έπειτα από αίτησή του, με μεταβίβαση στο ελληνικό Δημόσιο της πλήρους κυριότητας ολόκληρου αξιόλογου κληρονομιαίου ή άλλου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης και δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, αγωγή ή άλλο βάρος», ωστόσο αυτή δεν εφαρμόζεται, καθώς ουδέποτε εκδόθηκε η εγκύκλιος του υπουργείου Οικονομικών που να ενεργοποιεί τον νόμο. Η διάταξη αυτή ορίζει παράλληλα ότι δεν αποδίδεται στον οφειλέτη η τυχόν διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου που προσφέρεται και του φόρου κληρονομιάς που οφείλεται.

Πρόσφατα, δε, η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει την τροποποίηση της διάταξης ώστε στην περίπτωση που το ακίνητο είναι μεγαλύτερης αξίας από την οφειλή να μπορεί να πιστώνεται στον υπόχρεο η διαφορά για συμψηφισμούς μελλοντικών φορολογικών υποχρεώσεων, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ