ΠΟΛΗ

Η μικρή οδός Φαίδρας, στο Θησείο

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Στην οδό Φαίδρας, στο Θησείο, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Α​​ν μπορούσε να δει κανείς από ψηλά τη μικρή οδό Φαίδρας στο Θησείο θα έβλεπε μια λεπτή γραμμή στο σώμα της Αθήνας. Οσο θα κατέβαινε και όσο θα διαγράφονταν οι όγκοι των κτιρίων, θα έβλεπε την ξεχαρβαλωμένη άσφαλτο, τα χαμηλά σπίτια, αριστερά και δεξιά, και δυο-τρεις τριώροφες πολυκατοικίες κάποιας ηλικίας. Πριν προσπεράσει, το βλέμμα του θα γαντζωνόταν, ίσως ώρα πολλή, σε αυτά τα μικρά σπίτια, που άλλα φτιαγμένα και άλλα χαλάσματα, γεμίζουν τον αέρα με εκείνες τις ξεχασμένες ιστορίες. Είναι από μόνη της, η οδός Φαίδρας στο Θησείο, ένα μάθημα αθηναϊκής μικροοικονομίας.

Ομολογώ ότι αγνοούσα την ύπαρξή της, αν και είχα περάσει πολλές φορές από την Αποστόλου Παύλου, γιατί εκεί βγαίνει η Φαίδρας. Είχα επίσης περάσει πολλές φορές από τη γειτονική, και μεγαλύτερη, οδό Βασίλης, όπου και εκεί τα όμορφα παλιά σπίτια, μερικά μισογκρεμισμένα με αυλές γεμάτες γάτες Αθηναίες, είχαν επιβραδύνει το βήμα μου. Αλλά την οδό Φαίδρας την είχα προσπεράσει ώσπου ένα πρωινό που είχα τελειώσει νωρίς από μια δουλειά και κατευθυνόμουν στον σταθμό του Θησείου, μου τράβηξε την προσοχή. Είναι από εκείνες τις στιγμές που δεν έχουν εξήγηση. Ηταν απλώς η ώρα να γνωρίσω τη μικρή οδό Φαίδρας. Την είδα στον χάρτη γιατί μου φάνηκε ασυνήθιστη η χάραξή της. Είναι αδιέξοδο και νοητά οδηγεί στην Αμφικτύονος. Σε εκείνο το κομμάτι, το Θησείο έχει κάτι παλαιικό, τα σπίτια μοιάζουν τόσο ήσυχα, η εγγύτητα στην Αρχαία Αγορά υποβάλλει ένα ρυθμό και φέρνει στο μυαλό την παλιά συνοικία, που χάθηκε όλη προπολεμικά για να γίνουν οι ανασκαφές. Εκείνα τα χρόνια πριν από το 1930, δηλαδή, τα σπιτάκια που έβλεπα τώρα στην οδό Φαίδρας δεν θα ήταν τόσο αποκομμένα αλλά θα ήταν στην καρδιά μιας μεγάλης γειτονιάς, που απλωνόταν ανάμεσα στις παλιές εκκλησίες και τα αρχαία θραύσματα.

Είχα, όμως, μπροστά μου ολοζώντανη μια πραγματικότητα και με ανάμεικτα συναισθήματα περιέργειας και δέους βάδισα στην οδό Φαίδρας όπως την συνάντησα εκείνο το πρωί. Από τη γωνία με είχαν τραβήξει οι χαμηλοί όγκοι κάποιων παλιών σπιτιών και γρήγορα βρέθηκα μπροστά τους να παρατηρώ τη λιθοδομή τους και τις ξεχαρβαλωμένες εξώθυρες. Υπήρχε όμως ζωή. Οπως πάντα, ανταμείφθηκα με τη λαθραία ματιά στην αυλή, αμέσως δεξιά, και έτσι σταμάτησα για λίγο μπροστά στη θέα της αθηναϊκής νοικοκυροσύνης, με ένα πράσινο λάστιχο κουλουριασμένο σαν φίδι, με μία στριφογυριστή σκάλα, με πήλινες γλάστρες στα περβάζια και μια αίσθηση γαλήνιας σιωπής. Θα μπορούσα να είχα μυρίσει και κάτι ωραίο να ψήνεται... Αλλά ακριβώς δίπλα, στον αριθμό 4, το παλιό σπίτι έχει τρεις πόρτες. Μία για είσοδο από το πλάι στην αυλή, μία για το ισόγειο και άλλη για τον όροφο. Κλασική Αθήνα, δηλαδή... Μόνο που το σπίτι αυτό ήταν φάντασμα του εαυτού του, με τον άλλοτε ωραίο σοβά του ξεφλουδισμένο, αλλά αυτή η φθορά που έδινε το προνόμιο να θαυμάσω τις παλιές πέτρες, που μου φάνηκαν τρυφερές και μαλακιές σαν καρβέλια ψωμί... τόσο ομορφοχτισμένο φαινόταν αυτό το σπίτι. Κάποιοι μαστόροι πριν από 90 και πλέον χρόνια θα το έχτιζαν με αγάπη και τραγούδι, πέτρα-πέτρα...

Ολα αυτά είναι τώρα σκόνη, αλλά να, που αίφνης είχα μπροστά μου ολοζώντανο το υλικό αποτύπωμα. Απέναντι, ένα διώροφο είχε εικόνα ευεξίας, άλλα δίπλα ένα άλλο ήταν ετοιμόρροπο. Μικρό αδιέξοδο στο Θησείο, η απέριττη οδός Φαίδρας είχε ήδη έναν κύκλο μερικών γενεών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη