ΒΙΒΛΙΟ

Εμπεριστατωμένη ματιά στην Ιστορία

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η ιστορία της Ελλάδας δεν είναι απλώς η ιστορία μιας μικρής χώρας που βρίσκεται ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση και στον παγκόσμιο Βορρά και Νότο, αλλά λειτουργεί ως μετωνυμία της έλευσης και της εξέλιξης της ίδιας της νεωτερικότητας, όπως ελπίζω ότι καταδεικνύεται μέσα από την ιστορία που αφηγείται το βιβλίο», γράφει στον πρόλογο για την ελληνική έκδοση ο Τόμας Γκάλαντ (Thomas W. Gallant), συγγραφέας της μελέτης «Νεότερη Ελλάδα». Προϊόν πολύχρονης έρευνας, το βιβλίο αποτελεί συναρπαστική καταγραφή της ιστορίας της Ελλάδας από τις αρχές του 19ου αιώνα έως τις μέρες μας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναλύσεις του για την ελληνική διασπορά και τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ενώ κορυφαία είναι η διερεύνησή του για τη δημιουργία και την έννοια της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και για τον ρόλο που διαδραμάτισε στις μετέπειτα εξελίξεις.

Καθηγητής και κάτοχος της Τιμητικής Εδρας «Nicholas Family» για την Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, ο Τόμας Γκάλαντ είναι συγγραφέας του βιβλίου «Η εμπειρία της αποικιακής κυριαρχίας. Πολιτισμός, ταυτότητα και εξουσία στα Επτάνησα 1817-1864» και έχει επιμεληθεί το δεκάτομο έργο «Edinburgh History of the Greeks».

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Πεδίο σε μετάφραση της Γιάννας Σκαρβέλη και επιστημονική επιμέλεια των Δήμητρας Λαμπροπούλου και Κατερίνας Γαρδίκα. Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα εκτενές απόσπασμα από τον πρόλογο, που ο συγγραφέας συνέγραψε ειδικά για την ελληνική έκδοση.

Εξήγηση γεγονότων με δύο παραμέτρους

Η Ελλάδα θα γιορτάσει σύντομα τη διακοσιοστή επέτειο της Επανάστασης, που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο εορτασμός του 1821 θα περιλαμβάνει εκθέσεις, συγκεντρώσεις, διαλέξεις και συνέδρια, που θα απευθύνονται τόσο στον ακαδημαϊκό κόσμο όσο και στο ευρύ κοινό. Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, το βλέμμα του έθνους και των Ελλήνων σε ολόκληρο τον κόσμο θα στραφεί στην Ιστορία, προκειμένου να μνημειοποιηθούν τα γεγονότα του 1821. Και αυτό ασφαλώς θα οδηγήσει σε αναστοχασμούς σχετικά με την εξέλιξη της χώρας κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια. Δεδομένης της συνεχιζόμενης κρίσης, οι άνθρωποι θα αναζητήσουν στο παρελθόν τα αίτια της σημερινής κατάστασης. Αν και κατανοητή, αυτή η προσέγγιση στην Ιστορία μπορεί να είναι προβληματική. Πρώτον, ίσως μας κάνει να θεωρήσουμε ότι η πορεία των γεγονότων του παρελθόντος μάς έφερε αναπόφευκτα εδώ που βρισκόμαστε. Τα πράγματα συνέβησαν με τον τρόπο που συνέβησαν γιατί δεν μπορούσαν να συμβούν διαφορετικά και προκάλεσαν τη δυσχερή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Μια τέτοια προσέγγιση περιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να εξηγήσουμε και να ερμηνεύσουμε τι συνέβη και γιατί. Με ιστορικούς όρους, υποπίπτουμε στο σφάλμα της τελεολογίας. Δεύτερον, μπορεί να μας κάνει να δούμε την Ιστορία με όρους βιολογίας και, ως εκ τούτου, να θεωρήσουμε ότι η ιστορία του έθνους είναι ανάλογη με τον κύκλο ζωής ενός έμβιου οργανισμού και ότι οι πολιτισμοί διαθέτουν ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία είναι ανεξίτηλα γραμμένα στα «γονίδια» του έθνους. Αυτό οδηγεί στον εσφαλμένο συλλογισμό του αναπόφευκτου και στερεί από τους ανθρώπους του παρελθόντος την ικανότητα εμπρόθετης δράσης. Αντιθέτως, η αντίληψή μας για το παρελθόν πρέπει να βασίζεται σε δύο αλληλένδετες έννοιες: το ιστορικό πλαίσιο και την ενδεχομενικότητα.

Οταν ένας αγρότης στην Αρκαδία επιλέγει τι θα καλλιεργήσει ή ένας πολιτικός στην Αθήνα αποφασίζει για ζητήματα πολέμου και ειρήνης, και οι δύο σκέφτονται, αποφασίζουν και προβαίνουν σε ενέργειες που έχουν συνέπειες, κάποιες από τις οποίες είναι προβλέψιμες και σκοπούμενες και άλλες είναι απρόβλεπτες και αθέλητες. Αυτή είναι η ιστορική ενδεχομενικότητα βάσει της ανθρώπινης εμπρόθετης δράσης. Ομως κανένας άνθρωπος, καμιά κουλτούρα, καμιά χώρα δεν είναι απομονωμένο νησί. Οι πράξεις διαμορφώνονται από τα πολλαπλά πλαίσια μέσα στα οποία συμβαίνουν. Ενα από αυτά τα πλαίσια είναι χρονικό: γεγονότα και εξελίξεις του παρελθόντος διαμορφώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρουν οι άνθρωποι. Το παρελθόν δεν καθορίζει το μέλλον, αλλά δημιουργεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα. Ενα άλλο πλαίσιο είναι χωρικό. Στην περίπτωσή μας, πρέπει να εντάξουμε την ιστορία της χώρας στο βαλκανικό, στο μεσογειακό, στο ευρωπαϊκό και στο παγκόσμιο πλαίσιο, που περιλαμβάνει και την ελληνική διασπορά. Με τον τρόπο αυτό έχουμε τη δυνατότητα να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλουμε τα γεγονότα στην Ελλάδα με τις εξελίξεις αλλού. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να διακρίνουμε τι είναι κοινό και τι μοναδικό στην ελληνική εμπειρία. Επιπλέον, έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τους υπερεθνικούς, αιτιώδεις συσχετισμούς που εξηγούν τον λόγο για τον οποίο, παραδείγματος χάρη, αποφάσεις που λήφθηκαν στο παρελθόν στην Αγία Πετρούπολη ή στην Ουάσιγκτον είχαν βαθύ αντίκτυπο στα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, πρέπει να αφηγηθούμε την ιστορία της Ελλάδας μέσα σε ένα χωρικό πλαίσιο ευρύτερο από τα όρια της χώρας αυτής καθαυτήν.

Το βιβλίο αυτό ανιχνεύει την ιστορία της Ελλάδας κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια με τρόπο που λαμβάνει υπόψη τόσο την ενδεχομενικότητα όσο και το ιστορικό πλαίσιο. Επιχειρεί να επιτύχει την ισορροπία ανάμεσα στην εξιστόρηση του παρελθόντος με τους δικούς του όρους και στη θεώρηση όλων όσα προηγήθηκαν ως προοίμιο στο παρόν. Ως εκ τούτου, το βιβλίο επιχειρεί να εξηγήσει τι συνέβη, πότε συνέβη, γιατί συνέβη και πώς το βίωσαν οι άνθρωποι. Στη συνέχεια, επιχειρεί να δείξει πώς τα αποτελέσματα της ενδεχομενικότητας διαμόρφωσαν το πλαίσιο για όσα επακολούθησαν. Διαφέρει από άλλες παρόμοιες γενικές ιστορίες γιατί προβάλλει την κοινωνική και την πολιτισμική ιστορία ως ουσιώδες και όχι ως περιφερειακό στοιχείο. Με τα μακροσκελή αποσπάσματα από πρωτογενείς πηγές που παρατίθενται προσφέρεται υλικό για συζήτηση στην αίθουσα διδασκαλίας, αλλά δίνεται και στον αναγνώστη η ευκαιρία να συνομιλήσει απευθείας με το παρελθόν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ