ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

«Πέτρα πέτρα έχω γλείψει τα μνημεία»

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Στη Βουρβουρού με τον γιο του αρχιτέκτονα Μίλτου Μαυρομάτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με υποδέχθηκε με χειροφίλημα στην εξώπορτα. Οι αστικές του αρχές αλάφρυναν το βάρος των 90 χρόνων στα πόδια του και είχε την ευγένεια να με οδηγήσει στο φωτεινό διαμέρισμά του στην παραλιακή λεωφόρο Θεσσαλονίκης. Μέσα στο κονάκι του, φορτωμένο από αντικείμενα-μνήμες ζωής, ο Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, ο αρχαιότερος και μοναδικός τα πρώτα χρόνια καθηγητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου διέτρεξε τη μακρά πορεία του βίου του, τη «Διαδρομή Αυτογνωσίας» μέσα από την αρχιτεκτονική διαποτισμένη από την ελληνική εικαστική παράδοση που του εμφύσησαν σπουδαίοι δάσκαλοί του στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο (1947-1953).

Μια ξενάγηση στον ζωγραφικό του κόσμο «κεντημένο» με βυζαντινή γραφή, ήταν το μοναδικό ολιγόλεπτο διάλειμμα της τρίωρης συζήτησης –μιας συναρπαστικής αφήγησης για την ακρίβεια– με τον πανεπιστημιακό δάσκαλο. To Βυζάντιο σε έναν πίνακα που δούλευε επί 20 χρόνια, ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος σκαλισμένος από τον ίδιο σε κορμό δένδρου για να τον «βλέπω κάθε μέρα που ξυπνώ. Για μένα η Ιστορία δεν σταμάτησε να κυλάει σε εκείνα τα χρόνια, αισθάνομαι ότι έχω κι εγώ έναν ρόλο σ’ αυτήν». Και, δίπλα, σε ένα ασπρόμαυρο ελληνικό τοπίο κάστρου –δώρο για τα 20 χρόνια καθηγεσίας στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΑΠΘ– ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας συνοψίζει το μέγεθος του επιστήμονα με μια χειρόγραφη αφιέρωση: «Του Νίκου Μουτσόπουλου, πρώην μαθητή και τώρα φίλου που δεν διέψευσε όσα περιμέναμε απ’ αυτόν ούτε αναπαύθηκε επάνω στον όγκο των εργασιών αλλά συνεχώς εξερευνά με πάθος και εμβαθύνει τα θέματα που εμείς τουλάχιστον θεωρούμε τα πιο ζωτικά για την ελληνική υπόσταση και το μέλλον της».

Αυτό ακριβώς παραμένει ώς σήμερα ο «Μακεδών εξ Αρκαδίας» όπως αυτοχαρακτηρίζεται, αρχιτέκτων-μηχανικός με σπουδές στη θεολογία και την αρχαιολογία (Σορβόνη). Δεν υπάρχει πέτρα στη Βόρεια Ελλάδα που δεν έχει ψηλαφήσει. Τόπος με ίχνη του Ελληνισμού στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή που δεν έχει μελετήσει. Κάστρα, εκκλησιές, σπήλαια, βραχογραφίες, επιγραφές, χαράγματα, παραδοσιακοί οικισμοί, αρχοντικά, χαγιάτια, σαχνισιά, ταπεινά λαϊκά κτίσματα, μνημεία ορατά και αόρατα τα οποία δεν έχει καταγράψει. Τοπία και μνημεία που δεν έχει σχεδιάσει. Τοπωνύμια στα οποία δεν έχει σκάψει βαθιά για να βρει τις ρίζες της ελληνικότητας.

Πάθος και αγωνία

Χαρισματικός αφηγητής, μιλάει με πάθος όταν εκφράζει την αγωνία του για την Ελλάδα, τη Μακεδονία «τον ιερό αυτόν τόπο», για τα πνευματικά και ιστορικά δίκαια της χώρας «αν μπορέσουμε να καταγράψουμε τις επιγραφές των εκκλησιών μας έως τα βόρεια σύνορά μας θα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της ελληνικότητας», τις Πρέσπες «εκεί δεν τελειώνει, εκεί αρχίζει η Ελλάδα», για τη σημερινή διακυβέρνηση «δεν έχω ελπίδα. Συμπεριφέρονται σαν μαθητευόμενοι μάγοι, σαν μέλη δεκαπενταμελούς. Μπορεί να καταστρέψουν την Ελλάδα με μεγάλη ευκολία χωρίς να το καταλάβουν».

Μιλά με δέος για τους δασκάλους του, με αγάπη για τους φοιτητές του «τα παιδιά μου», όπως τα αποκαλεί, «όσο ασχολήθηκα με τους φοιτητές μου δεν αφιερώθηκα στα δύο φυσικά μου παιδιά, δημιούργημα της μητέρας τους είναι, της Μινιώς – στήριγμα και της δικής μου πορείας».

«Είμαι σκληρός άνθρωπος από δομή. Ορεσίβιος από καταγωγή (Στεμνίτσα Γορτυνίας). Ούτε θυμάρι δεν φυτρώνει εκεί. Μόνο πέτρα. Αν δεν μάθεις γράμματα, πεθαίνεις». Εξελέγη καθηγητής στο ΑΠΘ, σε ηλικία 29 ετών, γιατί έτυχε να έχει τα τυπικά προσόντα, διδάσκοντας ελλείψει καθηγητών όλα τα μαθήματα. «Ουδείς αρχιτέκτων κατείχε τους απαιτούμενους τίτλους σπουδών τότε και αργότερα ακόμη αναγκαστήκαμε να αναστείλουμε τα πάντα στις εκλογές επί δεκαετίες, τα κατάπιαμε, αυτά είναι λάθη και δεν μένουν απλήρωτα».

Αρχή το 1957

Βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1957. Πρώτη μέρα περπάτησε δρομάκι δρομάκι την Ανω Πόλη. «Αρχισα αμέσως να μελετώ τις έσχατες απλοποιημένες μορφές, την ταπεινότερη έκφραση της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής. Την επομένη, πήγα στις Πρέσπες. Κατέκτησαν από την πρώτη στιγμή την ψυχή μου».

Ηταν η αρχή μιας μακράς διδασκαλικής πορείας, ερευνητικής βιβλιογραφίας συγκεντρωμένα σε 550 τόμους –ογκώδεις οι περισσότεροι– δημοσιεύσεις, με πρώτη τις εκκλησίες της πατρίδας του και πρόσφατη τα «Μυστικά του Παρθενώνα - το προ του εκατόμπεδου ιερόν της Γης στην Ακρόπολη των Αθηνών» (εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία). «Στα τέλη του ’50, βιβλιογραφία για τη Μακεδονία όπως της άξιζε δεν υπήρχε. Θεώρησα λοιπόν υποχρέωσή μου να την ερευνήσω, να τη γνωρίσω. Δεν είχα δικαίωμα να ζω και να διδάσκω στη Μακεδονία με τα παράθυρα ανοιχτά στη... Χαμουτζία. Και είμαι περήφανος γιατί η ταπεινότης μου συνέβαλε όσο μπορούσε να αποδείξω την αιώνια ελληνικότητα μέχρι εκεί που είναι το δίκαιον σύνορό μας, δηλαδή ο Δούναβης. Αποτύπωσα χιλιάδες εκκλησίες, κατέγραψα επιγραφές και χαράγματα από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ώς την απελευθέρωση. Πέτρα πέτρα έχω γλείψει τα μνημεία της Μακεδονίας και της Θράκης και πέραν αυτής, που αποδεικνύουν πλήρως όχι μόνο την ελληνικότητα –αυτή δεν μπορεί να την αμφισβητήσει κανείς– αλλά την αυθεντικότητα και τη συνέχεια».

Η επιτόπια έρευνα εκείνη την περίοδο ήταν μια περιπέτεια. Θυμάται απίστευτες λεπτομέρειες από τις ανασκαφές στη Ρεντίνα, στις Πρέσπες, στη Ροτόντα, «είναι ντροπή η Θεσσαλονίκη να έχει σύμβολο τον Λευκό Πύργο, ένα οθωμανικό μνημείο, κι όχι τη Ροτόντα πανάρχαιο μοναδικό μνημείο στον κόσμο», τις προσπάθειες για τη διάσωση της Ανω Πόλης και βυζαντινών μνημείων μετά τους σεισμούς, τις αναβάσεις σε δύσβατες περιοχές της Θράκης (1965-1985) με μουλάρια, ύπνους σε σπήλαια, τις ατέλειωτες συζητήσεις στα Πομακοχώρια της Ροδόπης με τις «μουσουλμάνες μπάμπες στο θρήσκευμα για να διασταυρώσω δεδομένα που συνηγορούν ότι ο μωαμεθανικός πληθυσμός των Πομάκων της Ροδόπης προέρχεται από έναν χριστιανικό-βυζαντινό πληθυσμό ο οποίος εξισλαμίστηκε μετά τον 14ο αιώνα».

Στις πατρογονικές ρίζες

Αλλες εποχές, από μιαν άλλη Ελλάδα, όταν τα σχέδια ήταν όλα χειρόγραφα, αλλά «ακόμη και σήμερα, αν δεν περπατήσεις, δεν σχεδιάσεις, δεν χτυπήσεις, δεν πονέσεις, ο τόπος δεν σφραγίζεται στην ψυχή σου. “Το αγρίμι που σε οδηγεί με μυθώδη ταχύτητα στην τελειότητα είναι ο πόνος” (Νίτσε) με ακολουθούσε πάντα, αυτό προσπαθούσα να μεταλαμπαδεύσω στους φοιτητές μου. Πρώτο μάθημα ήταν να ψάξουν τις πατρογονικές ρίζες για να κατανοήσουν τη συνέχεια της ελληνικότητας». Το ίδιο συστήνει στους νέους ερευνητές γιατί «από εμάς, τους Ελληνες, λείπει η Αυτογνωσία». Στην αναζήτησή της συμπυκνώνει και τον απολογισμό της 90χρονης ζωής του: «Ευλογώ τον Θεό που βρέθηκα σπαρμένος, τυχαία, εδώ στη Μακεδονία και μου δόθηκε η ευκαιρία να μάθω γιατί είμαι Ελληνας».
Αισθάνεται πλήρης ως ερευνητής; «Ποτέ δεν έχω επαναπαυθεί. Πειθαρχία και συνεχής άσκηση ήταν η ζωή μου. Εκανα ό,τι μπόρεσα. Εθεσα βάσεις. Η εξέλιξή τους από τους μελλοντικούς ερευνητές θα είναι η δικαίωσή μου. Λάθη μπορεί να έκανα αλλά όταν δουλεύεις τόσο δυναμικά, πληθωρικά δεν γίνεται αλλιώς. Απομένει να ολοκληρώσω τα Κάστρα από τη Θεσσαλία ώς τον Δούναβη, που είναι έργο ζωής. Το κομμάτι της Ανω Μακεδονίας είναι έτοιμο. Ελπίζω να προλάβω τη δημοσίευσή του. Εχω συναίσθηση. Είμαι 90 χρόνων. Αργά ή γρήγορα θα χαιρετήσω. Και δεν είναι πάντα ανθηροί οι λειμώνες, είναι τενάγη εν πολλοίς».

«Αρχιτεκτονική διδάχθηκα κυρίως από τους ζωγράφους»

«Η αρχιτεκτονική δεν εκφράζεται με γραμμές και ντουβάρια. Δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι η γενικότερη φιλοσοφία πίστεως των αρχών του τόπου και της παράδοσης. Είναι ποίηση χτισμένη με στίχους από ύλη», λέει ο Νίκος Μουτσόπουλος.

Από πού άντλησε την ευρύτατη παιδεία για την αρχιτεκτονική σχεδίου – που κινούνταν μεταξύ Ιστορίας, πολιτισμού του τόπου και του τοπίου; «Οφείλω τα πάντα στους μεγάλους δασκάλους μου στο Πολυτεχνείο (1947-1953). Στον Τάκη Μάρθα το σχέδιο, στον Αναστάσιο Ορλάνδο την αγάπη μου για τα μνημεία, στον Δημήτρη Πικιώνη το μεγαλείο του ελάχιστου, του ταπεινού. Στον Παναγιώτη Μιχελή την αξία του μέτρου, στον Νίκο Εγγονόπουλο την κατανόηση του συμβολισμού των χρωμάτων, στον Γιάννη Τσαρούχη τις δυνατότητες που κρύβει το σχέδιο με τη μαγεία των χρωμάτων, στον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα την αυτογνωσία, την αναζήτηση της γεωμετρικής αλήθειας στη φύση και τη μετάπλασή της σε μορφές συμβολικές».

Οι επιρροές ωστόσο ξεκινούν από την παιδική ηλικία. Γεννημένος σ’ ένα τριώροφο σπίτι (Κουντουριώτου και Νοταρά) που έχτισε ο αρχιτέκτονας παππούς του Αγγελος Δεληβοριάς, «οι πρώτες μου αναμνήσεις περιστρέφονται γύρω από το τρίγωνο σπίτι - Πολυτεχνείο - Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου σχεδίαζα αγάλματα». Θυμάται τις αφηγήσεις του προπάππου του Ευθύμη Καράκαλου –μια πνευματική φυσιογνωμία– που ταξίδεψε στη Ρωσία και τη Σιβηρία για να βοηθήσει τους σταφιδοπαραγωγούς της Αχαΐας και δίδαξε ελληνικά στον Λέοντα Τολστόι. Τους γείτονές του στην Αθήνα, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Γεώργιο Σουρή, τον συγγενή του Κώστα Καρυωτάκη. Τις καντάδες με τον Μίκη Θεοδωράκη στην Τρίπολη, τον Μίλτο Σαχτούρη στον Στρατό, την εκπαιδευτική φοιτητική εκδρομή της Αρχιτεκτονικής στην Αλεξάνδρεια (Πάσχα του ’49) με το πλοίο «Κορινθία», ακούγοντας ιστορίες για χώρες εξωτικές από τον ασυρματιστή του πλοίου Νίκο Καββαδία. Την αλληλογραφία μεταξύ Πικιώνη - Τσαρούχη, που μετέφερε ο ίδιος. «Ο Τσαρούχης δεν κυκλοφορούσε έργο του αν δεν είχε τη μονογραφή του Πικιώνη. Οι παρατηρήσεις του θεωρούνταν δογματικές και ο Τσαρούχης τις σεβόταν αφάνταστα».

Από τους ζωγράφους

Ανεξίτηλες παραμένουν στη μνήμη οι διδαχές των μεγάλων δασκάλων. «Οσο κι αν φαίνεται περίεργο, αρχιτεκτονική διδάχθηκα κυρίως από τους ζωγράφους. Δεν ήταν μόνο δάσκαλοί μου καθ’ έδρας. Ημουν κοντά τους, στα ατελιέ, στα εργαστήριά τους, στα ταβερνάκια της Πλάκας, ώς τα μεσάνυχτα. Σαν σφουγγάρι ρουφούσα κάθε τι από τη σοφία τους».

«Θυμάμαι, μια βροχερή μέρα, έξι φοιτητές –με την τριάδα Πικιώνη, Τσαρούχη και Εγγονόπουλο– πήγαμε στο Δαφνί. Στην πλυμένη άσφαλτο ένα άλογο μόλις είχε αφοδεύσει και ουρήσει, δημιουργώντας, μετά τη βροχή, χρώματα σαν του ουράνιου τόξου και της ίριδας.

“Γονατίστε όλοι!” φωνάζει ξαφνικά ο Πικιώνης. “Πρέπει να δείτε πώς ταιριάζει το χρυσίζον της κόπρου με το σκούρο κυανούν της ασφάλτου”. Γονατίσαμε, είδαμε και ακούσαμε από τους δασκάλους επί ώρα αρκετή αυτή τη σύζευξη των αντιθέσεων. Μοναδικό μάθημα! Δεν το συλλαμβάνει ανθρώπου νους».

​​«Διαδρομή αυτογνωσίας», η τρίτομη αυτοβιογραφία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νησίδες & 9.58 της ΕΡΤ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ