ΕΛΛΑΔΑ

Από τις «τύχες» του Σεφέρη στην «Καθημερινή»

ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ

Α​​​​υτή ήταν η κατάσταση όταν βγήκε ο τόμος των ποιημάτων του κ. Γιώργη Σεφέρη “Στροφή”, που προκάλεσε πολύν θόρυβο. Τα ποιήματα αυτά ακολούθησε ένας τριπλάσιος σε έκταση τόμος κριτικής του κ. Καραντώνη, αναλυτικός μέχρι ενδοσκοπήσεως. Και την κριτική ακολούθησε μία κριτική της κριτικής [του Γιώργου Θεοτοκά] στο “Ελεύθερο Βήμα”. Βρισκόμαστε δηλαδή προ μιας Ιερής Συμμαχίας, τριπλής και αδιαίρετης. Αν ήμουνα ο Μεγάλος Ιερεξεταστής κι’ ήταν στο χέρι μου θα τους έκαιγα ζωντανούς και τους τρεις, αφού πρώτα αποδείκνυα το έγκλημα. Δυστυχώς δεν είμαι. Πέρασαν οι ωραίοι εκείνοι καιροί». Αυτά τα παιγνιώδη και συνάμα δηλητηριώδη έγραφε στην «Καθημερινή» στις 13 Μαρτίου 1932 ο Τάκης Παπατσώνης.

Γνώριμος από χρόνια του Σεφέρη, θαύμαζε «τον διπλωματικόν υπάλληλο, νέο μορφωμένον έξυπνο, με διαίσθηση, με τον καινούργιο τρόπο της συλλήψεως του παντός παραδεγμένο εντός του». Ηταν όμως –επιμένει ο Παπατσώνης– μεγάλη η απογοήτευσή του όταν έπεσε στα χέρια του η «Στροφή». Και εξηγείται: «Οχι πως δεν έχει στίχους σπουδαίους και αξιοπρόσεχτους και στοχασμούς βαθειούς και ποιητικούς. Αλλά γιατί έχει δύο σπουδαία ελαττώματα: α΄) Είναι μίμηση μέχρι κλοπής ενός ξένου τρόπου, χωρίς την παραμικρότερη παραλλαγή και β΄) είναι κακή μίμηση» του Μαλλαρμέ, του Βαλερύ, του Φαργκ. (Σ’ αυτά και άλλα παρόμοια που του καταλόγισε η επιδρασιθηρία των κριτικών, όπως είναι γνωστό, ο Σεφέρης έχει απαντήσει με τα γνωστά «δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη» και «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»· και ακόμα οργισμένος με άλλους για τον τρόπο «καταγγελίας» των δανείων του από τον Ελιοτ: «ο ποιητής / χαμίνια του πετούν μαγαρισιές»).

Τουλάχιστον 200 αναφορές

Ηταν η πρώτη αναφορά για τον Σεφέρη στην «Κ». Ακολούθησαν τουλάχιστον άλλες 200 μέχρι το 2002, που έχει καταγράψει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στη «Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη (1922-2016)», η οποία κυκλοφόρησε στην εξαιρετική σειρά εκδόσεων του Ιδρύματος Ουράνη. Η «Βιβλιογραφία» αυτή –για την οποία δημοσίευσε στην «Κ» επαινετική κριτική ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος στις 5 Φεβρουαρίου– είναι η αφορμή για το παρόν σημείωμα.

Από το ποσοτικό δεδομένο των 200 αναφορών της επίμοχθης και συστηματικής καταγραφής του Δασκαλόπουλου, ανασύρονται εδώ κάποιες κριτικού κυρίως χαρακτήρα, οι οποίες αποτελούν στοιχεία της «σχέσης» «Καθημερινής» και Σεφέρη. Ο Δασκαλόπουλος στον πρόλογό του μας προειδοποιεί πολύ σωστά, με την υπογράμμιση του Γ. Π. Σαββίδη, πως «καμία βιβλιογραφία δεν μπορεί να είναι εξαντλητική και πλήρης, παρά μόνον στο μυαλό των ανίδεων ή των νωθρών». Ετσι, λοιπόν, δεν έχει εδώ αρνητική χροιά η επίκληση μη καταγραφεισών αναφορών που φαντάζουν ενδιαφέρουσες στον υπογράφοντα· αναφορές οι οποίες εντοπίστηκαν χάρις στο ηλεκτρονικό αρχείο της «Κ» και τις οποίες ένας βιβλιογράφος είναι πολύ δύσκολο να επισημάνει με το παραδοσιακό ξεφύλλισμα, όταν οι τίτλοι των σχετικών δημοσιευμάτων δεν προϊδεάζουν, αν δεν παραπλανούν κιόλας.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Παπατσώνη. Μετά το σημείωμα του 1932, σπεύδει πρώτος το 1935, μέσα από την «Κ», και κρίνει τη συλλογή «Μυθιστόρημα» του ομότεχνού του αρχίζοντας με τα ακόλουθα: «Το άξιος, άξιος πρέπει να κράξουμε του Γιώργου Σεφέρη».

Αργότερα, το 1945, στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» τον αποκαλεί «μεγάλο ποιητή» και το 1948, μέσα από τις στήλες της «Νέας Εστίας» στο άρθρο του, που φέρει ως τίτλο τον δημοφιλή στίχο του Καβάφη «Ο ένδοξός μας βυζαντινισμός», αναφέρεται και στον Σεφέρη, αλλά το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι προκαλείται μία σειρά δεκάδων επιστολών Παπατσώνη – Σεφέρη. Και το 1961, ο Παπατσώνης βρίσκεται ανάμεσα στους συντάκτες του τόμου «Για τον Σεφέρη, Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής».

Το ερώτημα ποια ήταν η τότε στάση του ιθύνοντος τα λογοτεχνικά της «Κ» Αιμίλιου Χουρμούζιου, από όσο γνωρίζω δεν έχει απαντηθεί. Ο ίδιος έγραψε στη «Νέα Εστία» το 1947: «Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη με προκαλεί αδιάκοπα κι αδιάκοπα [...] βλέπω να υψώνεται ένα “μέγεθος” που ακόμη δεν κατορθώνω να προσεγγίσω με απόλυτη άνεση». Και μάλλον δεν έδωσε συνέχεια. Πάντως, ο ίδιος ο Σεφέρης το 1965 ανέφερε ρητά ότι ο Χουρμούζιος, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν διηύθυνε το Εθνικό Θέατρο τον παρότρυνε να τελειώσει τη μετάφραση του «Φονικού στην Εκκλησιά» του Ελιοτ για να το ανεβάσουν στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Στην προπολεμική «Φιλολογική Σελίδα» της «Κ», της οποίας ο Χουρμούζιος ήταν απόλυτος άρχων, στις 13 Μαρτίου 1939 δημοσιεύεται άρθρο του Γιώργου Σαραντάρη αναφερόμενο και στον Σεφέρη με τίτλο «Ζήσης Οικονόμου» (γι’ αυτό και δικαιολογημένα δεν εντοπίστηκε από τον Δασκαλόπουλο) όπου διαβάζουμε και τα εξής: «Ομως ο Οικονόμου είναι γνήσιος, ενώ αμφιβάλλουμε αν είναι τέτοιος ο Σεφέρης. Ο Οικονόμου είναι ειλικρινής [...] ενώ ο Σεφέρης, όχι που είναι ψεύτης (που τότε δεν θα δίναμε την παραμικρή σημασία στην ποίησή του), αλλά απομακραίνεται από μας μ’ ένα είδος ωραιοπάθειας [...].» Και παρακάτω: « [μ]πορεί ο Σεφέρης να μην είναι γνήσιος τεχνίτης και δημιουργός, έστω κι αν ό,τι κάνει έχει μια σχέση πιο άμεση με την τέχνη παρά με ό,τι άλλο ανθρώπινο».

Από τις στήλες της «Κ», ο Νίκος Δ. Παππάς, είχε ήδη από το 1936 χρίσει τον Σεφέρη, με αρκετές επιμέρους επιφυλάξεις, ως τον «πιο κύριο [ς] εκπρόσωπο [ς] μιας σοβαρής αρχηγίας στην Ελλάδα», ενώ ο Θεόδωρος Ξύδης, το 1940 χαρακτηρίζει τον Σεφέρη ως «τον αξιώτερο εκπρόσωπο των νέων ποιητικών τάσεων στον τόπο μας».

Σε όσους γενικότερα είχαν εκφραστεί αρνητικά για τη «Στροφή» απαντά και στις 19 Απριλίου 1963 από την «Κ» ο κριτικός κουράτωρ της σεφερικής αυλής Αντρέας Καραντώνης· γράφει: «Οταν ο Σεφέρης, στα 1931, παρουσίασε τη “Στροφή”, δεν κατάλαβαν τίποτα. Ηταν για πάντα αιχμάλωτοι του παλαιού συμβολισμού, και του νεοκλασσικισμού τύπου Ζαν Μωρεάς, μα είναι ζήτημα αν ήταν αντάξιοι κι’ αυτών των καταστάσεων. [...]».

Εως την απονομή του Νομπέλ δημοσιεύθηκαν στην «Κ» και άλλες θετικές αναφορές στον Σεφέρη. Σημειώνω απλώς τα ονόματα: Κλέων Β. Παράσχος, Γιάννης Χατζίνης.

Η αναγγελία της απονομής του Νομπέλ –η οποία μάλλον δυστύχησε σελιδοποιητικά στην «Κ»– φέρνει τον Σεφέρη στην περιοχή της ειδησεογραφίας. Το σπίτι της οδού Αγρας κατακλύζεται από ρεπόρτερ. Μία φράση του Σεφέρη, την οποία παραθέτει ως ρεπόρτερ ο Φρέντυ Γερμανός εντός εισαγωγικών, έχει ειδικό ενδιαφέρον γιατί φαίνεται να απαντά ο ποιητής –όταν ερωτάται αν γνωρίζει τον Νερούντα, αντίπαλό του στη διεκδίκηση του βραβείου– εμμέσως στο ερώτημα σε ποιο βαθμό είναι δυνατή η πρόσληψη ποίησης γραμμένης σε άγνωστη για τον αναγνώστη γλώσσα, δηλαδή από μετάφραση. Γράφει ο Γερμανός: «Οι ερωτήσεις κυκλοφορούν στο σαλόνι σαν αόρατα βέλη. Τι νομίζει για τον Πάμπλο Νερούντα [...]. Ο Σεφέρης κουνά το κεφάλι του. Δεν τον ξέρει. Δεν μπορεί να νοιώση έναν ποιητή όταν δεν μπορεί να τον διαβάση στη γλώσσα του. “Να γιατί ξαφνιάζομαι με το βραβείο”, λέγει ξαφνικά. “Πώς μπόρεσαν να διαβάσουν τα ποιήματά μου, που είναι τόσο ελληνικά – πώς μπόρεσαν να τα νοιώσουν”».

Την επομένη της τελετής απονομής του Νομπέλ, στην «Κ», έχουμε την επιφυλλίδα του Παναγιώτη Δ. Μαστροδημήτρη «Ο Σεφέρης και οι αρχαίοι» όπου, μεταξύ άλλων, επισημαίνονται και αντιστοιχίες σεφερικών στίχων με στίχους του Ομήρου.

Στη Μεταπολίτευση

Την περίοδο της Μεταπολίτευσης, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς έδωσε νέα πνοή και ζωντάνια στα φιλολογικά της «Κ», γράφοντας και ο ίδιος για τον Σεφέρη και με το ψευδώνυμο Κ. Γαλάτης. Πλειάδα αρθρογράφων προσεγγίζει, από τις στήλες της, τη σεφερική κληρονομιά όπως αυτή αρχίζει να ξετυλίγεται και με τα πρωτοδημοσιευόμενα ημερολογιακά κείμενα του ποιητή και διπλωμάτη Σεφέρη, αλλά και με τη νέα θέαση που υπαγορεύουν οι καιροί. Αναφέρω ονόματα: Γιώργης Παυλόπουλος, Θ. Δ. Φραγκόπουλος, Προκόπης Παπαστράτης, Γιώργος Ιωάννου, Πάρις Τακόπουλος, Κώστας Ταχτσής, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αλέξανδρος Αργυρίου, Αλέξης Ζήρας, Γιάννης Κιουρτσάκης, Νάσος Βαγενάς (με προδημοσίευση από το βιβλίο-αναφορά της σεφερικής βιβλιογραφίας «Ο ποιητής και ο χορευτής»), Θανάσης Νάκας, Κυριάκος Ντελόπουλος, Τάσος Λιγνάδης, Γιώργος Στεφανάκης, Λουκάς Κούσουλας.

Το 1991 δημοσιεύεται το πρώτο κείμενο του Παντελή Μπουκάλα για τον ποιητή με τίτλο «Η γλώσσα του Σεφέρη». Ο Μπουκάλας έχει αναλάβει τη σελίδα του βιβλίου της «Κ» και νέα ονόματα προστίθενται στα παλαιά. Για τον Σεφέρη –σύμφωνα με τον Δασκαλόπουλο μέχρι και το 2002– κείμενα κριτικά ή πάντως μη ρεπορταζιακά γράφουν οι: Διονύσης Καψάλης, Φώτης Δημητρακόπουλος, Roderick Beaton, Κατερίνα Κωστίου, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Θανάσης Χατζόπουλος, Εντμοντ Κήλυ, Κωστής Γιούργος, Νόρα Αναγνωστάκη, Μαρία Καραβία, Τιτίκα Δημητρούλια, Αντώνης Καρκαγιάννης, Γιώργος Κοροπούλης, Ξενοφών Α. Κοκόλης, Σάββας Παύλου.

Το περιοδικό «Επτά Ημέρες» της «Κ», αφιερώνει, με επιμέλεια Κωστή Λιόντη και Ολγας Σελλά, ένα υποδειγματικό τεύχος του στον Σεφέρη το 1996, ενώ το 1997 με τίτλο «Τα ελληνικά Νομπέλ» συσσωματώνεται με σύστοιχο για τον Ελύτη, αλλά και με προσθήκες των Γ. Π. Σαββίδη, Μαρίας Καραβία, Μάρης Θεοδοσοπούλου, Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Γιώργου Γεωργή.

Οι μέχρι σήμερα «τύχες» του Σεφέρη στην «Κ» ήσαν αντάξιες ενός μεγάλου δημιουργού με αντιρρήσεις, έριδες και τέλος με το καταλάγιασμα που φέρνουν ο χρόνος και η ευρύτερη αποδοχή.

Τα ξεχωριστά

Στην «Κ» πρωτοδημοσιεύθηκε ένα ξεχωριστό κείμενο του Σεφέρη, στις 31 Ιανουαρίου 1952. Πρόκειται για τη νεκρολογία που έγραψε για τον Φρανκ Μακάσκυ, Βρετανό αξιωματικό με δράση στην κατεχόμενη Ελλάδα, ο οποίος μετά τον πόλεμο συνεργάστηκε με τον Σεφέρη παρά τω Δαμασκηνώ. Δημοσιεύθηκε ως ανταπόκριση από το Λονδίνο, με ημερομηνία προέλευσης 28 Ιανουαρίου και άρχιζε με την φράση: «Οι “Τάιμς” εδημοσίευσαν την ακόλουθον νεκρολογίαν...». Στην πραγματικότητα, το αγγλικό κείμενο δημοσιεύθηκε στους «Τάιμς» την 1η Φεβρουαρίου. Μάλλον είχε δοθεί στην «Κ» προς δημοσίευση μέσω εξωλογοτεχνικών ατραπών.

Το άλλο ξεχωριστό του Σεφέρη στην «Κ» είναι η συνέντευξή του στον Στέλιο Αρτεμάκη, το 1965. Εκεί μιλάει για τον Ελιοτ και για τα σχέδιά του, ενώ διαφαίνεται η προτίμησή του από τους ξένους τότε ζώντες ποιητές στον Πάουντ και στον Saint-John Perse. Την εντάσσω στα ξεχωριστά του στην «Κ» γιατί –εκτός από τις ευκαιριακές για την απονομή του Νομπέλ– ο Σεφέρης έδωσε όλες κι όλες εννέα συνεντεύξεις.

Το τρίτο και σημαντικότερο ξεχωριστό σεφερικό από την «Κ» είναι οι δύο τόμοι του 2014, στη σπουδαία για τα δεδομένα του ελληνικού Τύπου σειρά προσφοράς «Ελληνες ποιητές», με τίτλο «Γιώργος Σεφέρης – Εργογραφία, Ανθολογία, Απαγγελία» που συγκρότησε ο Παντελής Μπουκάλας, με εκτεταμένες εισαγωγές και οι οποίοι συνοδεύονται από CD με απαγγελίες από τον ίδιο τον Σεφέρη.

Το περιοδικό «Orpheus» και η σοβιετική κριτική

O Bρετανός ποιητής Τζον Λέμαν, το 1948 (μεσούντος του Εμφυλίου) στον πρώτο τόμο του περιοδικού του «Orpheus», δημοσίευσε κείμενα Βρετανών και μη, ανάμεσά τους και ποιήματα του Ελύτη και του Σεφέρη. Την όλη ανθολόγηση επέκρινε από το περιοδικό «Σοβιετική Λογοτεχνία» ο ποιητής Μιχαήλ Ζένκεβιτς. Ο Λέμαν απάντησε από τον δεύτερο τόμο του «Orpheus» και στην «Κ» της 28ης Ιουλίου 1949 δημοσιεύεται ένα σχετικό σημείωμα με την υπογραφή [Ε. Η.-] και τίτλο «Ορφεύς» (που όπως είναι φυσικό δεν έπεσε στην αντίληψη του βιβλιογράφου). Εκεί λοιπόν διαβάζουμε ότι ο Ζένκεβιτς κατηγορεί τον «Orpheus» για τις «αντιδραστικές, παρηκμασμένες και κενές» ιδέες που απηχεί. Και κατά το σημείωμα της «Κ», γράφει ο Λέμαν: «Αι κατηγορίαι του συντρόφου Ζένκεβιτς γίνονται σαφέστεραι όταν ούτος ασχολείται με την ποίηση των κ.κ. Σεφέρη και Ελύτη. Οι δύο αυτοί ποιηταί είναι Ελληνες και όχι κομμουνισταί. Και κατακεραυνώνονται  διότι δεν εμφανίζουν εις τα ποιήματά των πολεμοχαρή συμπάθειαν διά τον αγώνα του ανδρεικέλου Μάρκου [...]. Ο Οδυσσεύς Ελύτης –εξεγείρεται ο σύντροφος  Ζένκεβιτς– επιδεικνύει  την αδιαφορίαν του εξυμνών εις λυρικάς περιγραφάς τα βραχώδη νησιά  του  Αιγαίου, ενώ ο  Σεφέρης ασχολείται διά μακρών με τις ευχάριστες ώρες που επέρασεν εις κάποιο σπίτι της ακροθαλασσιάς. [...].»

Αυτά από την τότε σοβιετική κριτική. Σ’ αυτά και άλλα παρόμοια ακούγεται σαν απάντηση ο λόγος του Ελύτη από το «Αξιον εστί»: «Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς: ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος! Ο αναίσθητος που όταν όλοι εμείς θρηνούμε αυτός αγαλλιά και όταν παλι αγαλλιούμε αυτός αναίτια σκυθρωπάζει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ