Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιώργος Κιμούλης: Κομματικές δάφνες και πικροδάφνες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Υπάρχουν ορισμένοι οργανισμοί, που η επιθυμία τους δεν διαρκεί περισσότερο από την πέψη τους.

Οσοι ξέρουν τον Γιώργο Κιμούλη είχαν προβλέψει ότι η επιθυμία του να παραχωρήσει τον εαυτό του στη διοίκηση του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος θα είχε γρήγορη χώνεψη. Το πόσο γρήγορη δεν μπορούσε να το προβλέψει κανείς.

Το ανακοινωθέν που εξέδωσε χθες το Κέντρο Βερμπαλισμού «Γιώργος Κιμούλης» εξηγεί ότι δεν έτυχε της έγκρισης του παραιτηθέντος προέδρου η «αποκρυστάλλωση της διοικητικής έκφρασης» του ΚΠΙΣΝ.

Στις 17 ημέρες που η διοικητική έκφραση αποκρυσταλλωνόταν, ο παραιτηθείς ήρθε αντιμέτωπος με φροντίδες ανάξιές του – με «εσωκομματικές διαπραγματεύσεις» και «εύθραυστες πολιτικές ισορροπίες». Είχε δηλαδή την ευκαιρία να ψιλογνωριστεί με ένα σύστημα εξουσίας χωρίς το οποίο ο ίδιος δεν θα είχε ποτέ διοριστεί στη θέση, που τόσο σύντομα βαρέθηκε.

Με ποια κριτήρια τον είχε επιλέξει αυτό το σύστημα; Με τα κριτήρια που έχει εξηγήσει εναργέστατα ο σύντροφος του Κιμούλη, Παύλος Πολάκης. Απαντώντας στις κατηγορίες ότι επιχειρεί κομματικούς –και ενίοτε, σύμφωνα με τα δικαστήρια, παράνομους– διορισμούς, είχε πει ότι δεν μπορεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να διατηρεί στο κράτος στελέχη που «δεν συμφωνούν με το πολιτικό της σχέδιο». Για να διοικήσεις ένα νοσοκομείο επί ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είσαι ΣΥΡΙΖΑ.

Μπορεί ο Κιμούλης να είχε χίλια δυο επιπλέον προσόντα, αλλά η πιθανότητα διορισμού του δεν θα είχε καν απασχολήσει την κυβέρνηση, αν ο ίδιος δεν βρισκόταν αποδεδειγμένα σε πολακική αρμονία με το συριζαϊκό σχέδιο.

Η κυβέρνηση τον επέλεξε επειδή είχε τις πολιτικές προδιαγραφές για να εγγυηθεί ότι το Κέντρο Πολιτισμού θα ήταν ανοιχτό στον λαό και δεν θα μετατρεπόταν σε άντρο της φιλόμουσης ελίτ. Το γεγονός ότι αυτό το σκεπτικό ακούγεται πολύ σχηματικό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθινό. Ούτε η κιμουλική ιδιοσυγκρασία, όπως έχει διαπρέψει στη σκηνή και στη ζωή, επρόκειτο ποτέ να χωρέσει στον ρόλο του κομματικού μάνατζερ, πλην όμως αυτό πίστευαν εκείνοι που τον διόρισαν.

Η αυτοθυματοποίηση είναι η δίδυμη αδελφή του αυτοθαυμασμού. Γι’ αυτό και απέναντι στο κομματικό κράτος ο παραιτηθείς μπορεί να αισθάνεται ταυτόχρονα νικημένος –επειδή δεν το δάμασε– και νικητής – επειδή δεν δαμάστηκε από αυτό.

Εφυγε πάντως με το γόητρό του ελαφρώς τρακαρισμένο, σχεδόν αλώβητο. Δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο και για το κύρος του νέου φορέα.

Πέρα από τις αυθαίρετες ψυχαναλυτικές ερμηνείες, το αντικειμενικό γεγονός είναι ένα: Η ματαιωμένη επιλογή της κυβέρνησης λειτουργεί ως μια πρώτη επιβεβαίωση εκείνων που προέβλεπαν ότι το Δημόσιο είναι καταστατικά ανίκανο να διαχειριστεί το πρότζεκτ του ΚΠΙΣΝ. Πρόκειται για εκείνους που, υποκύπτοντας στο τραύμα της διαχρονικής κρατικής ανεπάρκειας, εξισώνουν από αυτοματισμό το Κέντρο Πολιτισμού με ΔΕΚΟ.

Και όμως. Σε δεύτερη σκέψη, ακόμη και παράγοντες φιλελεύθερων αποκλίσεων αναγνώριζαν ότι αν κάτι οφείλει να είναι κρατικό, εκτός από τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη. Είναι η Εθνική Λυρική Σκηνή. «Τι κράτος είσαι», αναρωτιόταν ένας από αυτούς, «αν δεν μπορείς να έχεις μια κρατική λυρική σκηνή;».

Το πρόβλημα δεν είναι ο δημόσιος χαρακτήρας του Κέντρου. Το πρόβλημα είναι ο μανιχαϊσμός, που δεν μπορεί να συλλάβει τον δημόσιο χαρακτήρα παρά μόνο μνημειακό και περιφραγμένο από την αγορά.

Ή θα είναι δημόσιο ή θα είναι παραδομένο στο κέρδος. Ή θα είναι τζάμπα για όλους ή θα είναι πανάκριβο μόνο για τους έχοντες.

Τα μεικτά μοντέλα που εφαρμόζουν οι πολιτιστικοί οργανισμοί σε όλον τον κόσμο –τα μοντέλα που συμφιλιώνουν την αγορά και την ιδιωτική πρωτοβουλία με την κοινή ωφέλεια, επιστρατεύοντας χορηγίες και άλλα έξυπνα εργαλεία ιδιωτικής χρηματοδότησης– είναι έξω από την πολιτική παράδοση που επέτρεψε τον τυφλό διορισμό του Κιμούλη.

Εξω από την πολιτική κουλτούρα στην οποία κανένα έργο, οσοδήποτε μεγαλεπήβολο, δεν μπορεί από μόνο του να επιβληθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ